Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Αλμπερτ Αϊνστάιν: Γιατί σοσιαλισμός; (Μέρος Ι)




Την «παράλυση της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων», μέσω «του απεριόριστου ανταγωνισμού», ο Αλμπερτ Αϊνστάιν στις παραδόσεις του στους φοιτητές την ονόμαζε το «μέγιστο κακό του καπιταλισμού». Ο σοφός έλεγε στους ακροατές του ότι «τους εμφυσάται μια υπερβολική σκέψη ανταγωνισμού» και τους εκπαιδεύουν προς το σκοπό να θεωρούν την «αχόρταγη αρπακτικότητα επιτυχίας σαν προετοιμασία για τη μελλοντική τους καριέρα».
Και πώς αποφεύγεται αυτό το “μέγιστο κακό” ;.  Στο δοκίμιο «Why socialism» (γιατί σοσιαλισμός) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1949 στο περιοδικό«Monthly Review», ο Αϊνστάιν έγραψε: «Είμαι περήφανος ότι υπάρχει μόνο ένας δρόμος για να απαλλαγεί κανείς απ’ αυτό το κακό, δηλαδή να εγκαθιδρυθεί το σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα, συνοδευόμενο από ένα εκπαιδευτικό σύστημα, προσανατολισμένο σε κοινωνικούς στόχους. Σε μια τέτοια οικονομία, τα παραγωγικά μέσα ανήκουν στην ίδια την κοινωνία και η χρησιμοποίησή τους σχεδιοποιείται. Μια σχεδιασμένη οικονομία, που ρυθμίζει την παραγωγή στην ανάγκη της κοινότητας, θα μοίραζε την εργασία, που πρέπει να πραγματοποιηθεί, ανάμεσα σε όλους που είναι σε θέση να εργαστούν και θα εγγυόταν σε κάθε άνδρα, σε κάθε γυναίκα και σε κάθε παιδί τα μέσα της ζωής. Η μόρφωση θα είχε στόχο, επιπροσθέτως προς την προαγωγή των φυσικών τους ικανοτήτων, τα άτομα να αναπτύξουν ένα αίσθημα ευθύνης για τους συνανθρώπους, αντί για την εξύμνηση της δύναμης και της επιτυχίας στην τωρινή κοινωνία μας».
(Αναδημοσίευση από το «Offensiu» του Ανόβερο, «περιοδικό για το σοσιαλισμό και την ειρήνη», τεύχος Νοέμβρη – Δεκέμβρη 2004).

Για τον Αϊνσταϊν
Πενήντα δύο χρόνια μετά το φυσικό θάνατο του Αϊνσταϊν η αίγλη και ο θαυμασμός για το επιστημονικό έργο του και την πλούσια σε βιώματα και επιστημονικές και κοινωνικές συγκινήσεις ζωή του παραμένει αναλλοίωτος. O Aϊνσταϊν πέρασε μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις, καταγόμενος από μια χώρα γεμάτη αντιφάσεις. Έζησε και υπέφερε όλη τη λαμπρότητα και την αθλιότητα της γερμανικής ιστορίας του εικοστού αιώνα, όντας συνδιαμορφωτής και αργότερα θύμα του ίδιου δράματος. Η αντιπάθειά του προς την πρωσσική στρατοκρατική παράδοση τον οδήγησαν, ήδη δεκαπεντάχρονο, να αποφύγει τη στράτευση εγκαταλείποντας τη Γερμανία και καταφεύγοντας στην φιλελεύθερη και ουδέτερη Ελβετία.  Παραιτείται από τη γερμανική του υπηκοότητα, και παραμένει για πέντε χρόνια χωρίς υπηκοότητα, λόγω της αντιπάθειας που τρέφει προς τη γερμανική μιλιταριστική νοοτροπία. Η αποστροφή του προς κάθε μορφή εξουσίας επρόκειτο να τον συνοδεύσει σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Έχοντας ταξιδέψει και ζήσει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αισθάνεται λιγότερο γερμανός και περισσότερο ευρωπαίος πολίτης και αργότερα πολίτης όλου του κόσμου, όντας αφιερωμένος στη επιστημονική έρευνα και την υπόθεση της παγκόσμιας ειρήνης και της δικαιοσύνης. Τη διεθνή αναγνώριση της επιστημονικής του συνεισφοράς, το βραβείο Νόμπελ και τις πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις που δέχτηκε στην πολυτάραχη ζωή του, τις θεώρησε απλώς ως αυξημένη υποχρέωση και ως μια χρήσιμη δυνατότητα για να κερδίσει τους συγχρόνους του για τη φιλοσοφική και πολιτική του ελπίδα για κοινωνική δικαιοσύνη, για αντίσταση και παγκόσμια ειρήνη.
Την ημέρα του θανάτου του, στις 18 Απριλίου του 1955, στο Πρίνστον της Αμερικής, τον διακατείχαν αισθήματα ανησυχίας παρά ελπίδας για την πορεία της Ανθρωπότητας. Η ίδια η Αμερική στο τέλος τον αντιμετώπιζε με μεγάλη καχυποψία. Μετά το Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα καλούσε με επίμονο τρόπο όλους τους επιστήμονες να σταθούν στο ύψος της αποστολής τους και να αναλάβουν το μερίδιο της κοινωνικής τους ευθύνης. Μισούσε την τάση των κυβερνήσεων για όλο και μεγαλύτερη δύναμη και κυριαρχία και προσπαθούσε απεγνωσμένα να προβάλει το όραμά του για μια παγκόσμια ειρηνική διακυβέρνηση και μιαν ορθολογική πολιτική για τα πυρηνικά όπλα και τους εξοπλισμούς. Ζώντας σε δύσκολους καιρούς, στην περίοδο του ψυχρού πολέμου και του Μακαρθισμού στην Αμερική, δεν έπαψε να υποστηρίζει σθεναρά και με τόλμη τις πεποιθήσεις του, όπως δείχνει και το κείμενο που μεταφράσαμε, από το πρώτο τεύχος του περιοδικού Monthly Review, το Μάη του 1949 , με τίτλο : « Γιατί ο σοσιαλισμός ; ».
Στο κείμενο αυτό εκφράζει τις απόψεις του για την κοινωνική ανισότητα την κοινωνική κακοδαιμονία, την οικονομία, την πολιτική και το ζήτημα του σοσιαλισμού. Με την ειλικρίνεια και τη σεμνότητα που τον διακρίνει διατυπώνει τις απόψεις του πολύ προσεκτικά τονίζοντας ότι γνωρίζει πολύ καλά πως τα κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα δεν είναι εύκολο να τα προσεγγίσεις με μεθόδους των φυσικών επιστημών που αναζητούν κανονικότητες και γενικούς νόμους, επειδή τα κοινωνικά φαινόμενα είναι πολυπαραγοντικά και είναι πολύ δύσκολο να αξιολογηθούν χωριστά και συνολικά ταυτόχρονα. Σε μια σχετική επιστολή του, του 1949, αναφέρει χαρακτηριστικά : «Μοναδικό κίνητρο της επιστημονικής μου δουλειάς είναι η ακατανίκητη επιθυμία μου να κατανοήσω τα μυστικά της φύσης. Η αγάπη μου για τη δικαιοσύνη και ο αγώνας μου για τη βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών είναι εντελώς ανεξάρτητα απο τα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα ». Παρ’όλα αυτά οι σκέψεις που διατυπωνει στο κείμενό του αυτό δείχνουν έναν άνθρωπο ενημερωμένο και βαθειά προβληματισμένο για την παγκόσμια κατάσταση και τις προσδοκίες του για τις μελλοντικές τάσεις, τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις οργάνωσης μιας δημοκρατικής σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Διατυπώνει την άποψη ότι και ως μη ειδικός δικαιούται να διατυπώνει απόψεις για κοινωνικά και οικονομικά θέματα στηριζόμενος στην ιστορική εμπειρία που είναι προσιτή σε όλους όσοι παρακολουθούν την πορεία της λεγόμενης «πολιτισμένης περιόδου» της ανθρωπότητας. Τα αίτια της ιστορικής πορείας πιστεύει οτι δεν είναι μόνο οικονομικά, αλλά έχουν κοινωνικό και ιδεολογικό χαρακτήρα. Για το λόγο αυτό τονίζει οτι μόνη της η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να φωτίσει τις πιθανές μελλοντικές κοινωνικές εξελίξεις και τη μετάβαση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Πιστεύει οτι ο σοσιαλισμός έχει κοινωνικό και ηθικό σκοπό και ότι η επιστήμη απο μόνη της δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει κοινωνικούς σκοπούς και να τους επιβάλλει στους ανθρώπους. Η επιστήμη μπορεί το πολύ πολύ να μας βοηθήσει να βρούμε τα μέσα για την επίτευξη των σκοπών. Πίστευε οτι την εποχή του τη χαρακτήριζε η τελειότητα των μέσων και η σύγχυση των σκοπών. Οι μελλοντικοί, καθοδηγητικοί στόχοι συλλαμβάνονται απο προσωπικότητες υψηλού ηθικού κύρους και αν είναι υλοποιήσιμοι προωθούνται απο όλους τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την εξέλιξη της κοινωνίας και όχι μόνο απο τους ειδικούς επιστήμονες. Πιστεύει οτι όλοι οι ενεργοί πολίτες έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται και να παρεμβαίνουν σε ζητήματα που αφορούν στην οργάνωση της κοινωνίας.
Εχοντας βιώσει δύο παγκόσμιους πολέμους γνωρίζει οτι η ανθρώπινη κοινωνία της εποχής του περνάει μια βαθειά κρίση και προβληματίζεται για την πιθανή διέξοδο. Εκτός απο την επίκληση των διδαγμάτων απο την ιστορία της ανθρωπότητας διατυπώνει και τις προσωπικές του ανθρωπολογικές πεποιθήσεις για τις βιολογικές και κοινωνικές καταβολές των ανθρώπινων τάσεων, πράξεων και παραλείψεων. Όπως μας λέει, ο ανθρωπος είναι και μοναχικό βιολογικό όν, που επιδιώκει την ικανοποίηση των εγωιστικών του περορμήσεων και κοινωνικό όν που χρειάζεται τη συμπόρευση, τη συμπάθεια και την υποστήριξη των συνανθρώπων του για μπορέσει να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του και να συμβάλλει με τον τρόπο του στην εξέλιξη και την ευημερία της κοινωνίας. Η διαμόρφωση της προσωπικότητας πιστεύει οτι οφείλεται σε μεγαλύτερο βαθμό στο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, στην παράδοση και τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. «Κοινωνία» χαρακτηρίζει ο Αϊνστάϊν την ολότητα των άμεσων και έμμεσων σχέσεων του ατόμου με τους συγχρόνους του και την ολότητα των προηγούμενων γενεών. Η εξάρτηση του ανθρώπου απο την κοινωνία αποτελεί ένα γεγονός αναμφισβήτητο και καθοριστικό για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του κάθε ενός. Πάντως, όπως λέει ο ίδιος. « Η πραγματική αξία ενός ανθρώπου κρίνεται κυρίως απο το κατά πόσον έχει κατορθώσει να απελευθερωθεί απο το εγώ του»(1932). Σε μια άλλη επιστολή του 1931 γράφει : « Να χαίρεσαι με τις χαρές των άλλων και να υποφέρεις μαζί τους – αυτοί είναι οι καλύτεροι οδηγοί για τον άνθρωπο ».
Αντικρούοντας τις κυρίαρχες απόψεις της εποχής του, για τον κοινωνικό Δαρβινισμό, υποστηρίζει την άποψη οτι η βιολογική σύσταση του ανθρώπου μπορεί να είναι μεν παγιωμένη όμως κατά την διάρκεια της ζωής του αποκτά και μιά πολιτισμική σύσταση που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη σχέση με τους συνανθρώπους και την κοινωνία. Επικαλούμενος μελέτες της Ανθρωπολογίας, της εποχής του, εκφράζει την αισιόδοξη άποψη οτι οι άνθρωποι δεν είναι δέσμιοι της βιολογικής τους συγκρότησης αλλά μπορούν να βελτιώσουν την κοινωνική τους συμπεριφορά και μοίρα, με τη βοήθεια της εκπαίδευσης, της κοινωνικής συναναστροφής και της υιοθέτησης ανάλογων κοινωνικών, πολιτισμικών και αξιακών προτύπων. Προσωπικά πιστεύει οτι « η ζωή του ατόμου αποκτά νόημα μόνο όταν βοηθά να γίνει ευγενέστερη και ωραιότερη η ζωή κάθε όντος. Η ζωή είναι ιερή, είναι δηλαδή η υπέρτατη αξία στην οποία υπόκεινται οι άλλες» (1934)«Μόνο αν ζείς για τους άλλους αξίζει να ζείς» (1932).
Γνωρίζοντας οτι οι τεχνολογικές και δημογραφικές συνθήκες της εποχής του έχουν οδηγήσει σε υπερσυγκεντρωτικούς τρόπους οργάνωσης της κοινωνίας και της εργασίας αναζητά τα αίτια της κοινωνικής κρίσης του εικοστού αιώνα. Την αιτία του κακού τη βρίσκει στην ατομιστική, οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας και στις ανταγωνιστικές, ωφελιμιστικές σχέσεις ατόμων και κοινωνικών ομάδων. Με τη δοσμένη οργάνωση της κοινωνίας και της οικονομίας διαπιστώνει οτι οι εγωϊστικές προδιαθέσεις των ανθρώπων αυξάνονται σταθερά ενώ οι κοινωνικές του τάσεις δυσκολεύονται να βελτιωθούν. Οι άνθρωποι, μας λέει , «φυλακισμένοι χωρίς να το γνωρίζουν, στον εγωισμό τους, αισθάνονται ανασφαλείς, μόνοι και στερημένοι απο την αφελή, απλή και ανεπιτήδευτη απόλαυση της ζωής». Στη βάση της κακοδαιμονίας και αδικίας βρίσκεται, κατά τη διατύπωσή του, ο τρόπος που είναι οργανωμένη η παραγωγική διαδικασία και η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.
Εχοντας ζήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του στην Αμερική είχε γνωρίσει απο κοντά την τεράστια δύναμη της ολιγαρχίας του ιδιωτικού κεφαλαίου και τη διαπλοκή του με την πολιτική εξουσία. Ο έλεγχος της οικονομικής και της πολιτικής ζωής ολοκληρώνεται, κατά τη γνώμη του, απο τον έλεγχο της πληροφόρησης και της εκπαίδευσης με αποτέλεσμα, ακόμη και σε τυπικά δημοκρατικά οργανωμένες κοινωνίες, οι πολίτες να μην είναι σε θέση να κάνουν σωστή χρήση των πολιτικών και των κοινωνικών τους δικαιωμάτων. Το κίνητρο του κέρδους συνδυασμένο με τον ασίγαστο ανταγωνισμό σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, συνδυασμένο και με την αντιπαλότητα ανάμεσα στους καπιταλιστές είναι, όπως πιστεύει, υπεύθυνο για την αστάθεια στη συσσώρευση και στη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, που οδηγεί τελικά σε οικονομική δυσπραγία. «Ο ανταγωνισμός χωρίς όρια οδηγεί σε τεράστια σπατάλη εργασίας και στην κάμψη της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων».
Μοναδική διέξοδο απο τα δεινά της ανθρωπότητας, βλέπει ο Αϊνστάϊν, την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας που να συνοδεύεται απο μια τολμηρή εκπαιδευτική μεταρύθμιση για τον προσανατολισμό των νέων ανθρώπων σε κοινωνικούς και όχι ατομιστικούς στόχους.
Τα μέσα παραγωγής θα πρέπει, μας λέει, να ανήκουν στην ίδια την κοινωνία και να χρησιμοποιούνται με σχεδιασμένο τρόπο, με σκοπό την ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών της κοινότητας.
Υποψιασμένος ήδη για τους κινδύνους που απειλούν την κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία και τη σοσιαλιστική κοινωνία, τονίζει την πεποίθησή του οτι σχεδιασμένη οικονομία και σοσιαλισμός δεν είναι συνώνυμα. Μπορεί μια σχεδιασμένη οικονομία αν συνοδεύεται απο πλήρη υποδούλωση του ατόμου. Διαβλέπει τους κινδύνους που μπορεί να συνεπάγεται η συγκέντρωση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας σε μια γραφειοκρατία και προβληματίζεται για τη δυνατότητα προστασίας των δικαιωμάτων του ατόμου με τη δημιουργία ενός δημοκρατικού αντίβαρου. Βλέπει την επίτευξη του σοσιαλισμού ως ένα δύσκολο εγχείρημα που απαιτεί την επίλυση πολύ δύσκολων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων. Τέλος υπογραμμίζει την ανάγκη ιδεολογικής καθαρότητας ως προς τους σκοπούς και τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού, στην εποχή του ψυχρού πολέμου, γράφοντας μάλιστα κάτω απο συνθήκες Μακαρθικής λογοκρισίας και τρομοκρατίας. Η τόλμη του να γράψει αυτό το κείμενο για το σοσιαλισμό, στο όποίο εκθέτει ανοικτά τις ιδεολογικές του προτιμήσεις, δείχνει τον τολμηρό και υπεύθυνο επιστήμονα που αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί για την αλλαγή πορείας της ανθρωπότητας, με γνώμονα τις πανανθρώπινες αξίες για δικαιοσύνη και κοινωνική απελευθέρωση. Κατά τη γνώμη του «Μοναδικός τρόπος για να σωθεί ο πολιτισμός και το ανθρώπινο γένος είναι να δημιουργηθεί μια παγκόσμια κυβέρνηση και να θεμελιωθεί η ασφάλεια των εθνών πάνω στο νόμο» (1945). Θεωρώντας οτι η πολιτική είναι πολύ πιό δύσκολη απο την φυσική υποστήριζε την άποψη οτι : «αν δεν είναι ρεαλιστική η ιδέα μιας παγκόσμιας κυβέρνησης τότε μιά μόνο ρεαλιστική άποψη του μέλλοντός μας υπάρχει : γενικευμένη καταστροφή του ανθρώπου απο τον άνθρωπο» (1948).

( Σημείωση : Οι φράσεις σε εισαγωγικά και η χρονολόγησή τους έγινε με βάση τη σταχυολόγηση σκέψεων του Αινσταιν που επιμελήθηκε η Alice Calaprice και κυκλοφόρησε στα ελληνικά απο τις εκδόσεις Κάτοπτρο, με τίτλο : «Εγώ, ο Αλμπερτ Αϊνσταϊν…», Αθήνα 1998 )

-Στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα παρατεθούν τα σημαντικότερα αποσπάσματα από το συγκεκριμένο δοκίμιο “Γιατί σοσιαλισμός” του μεγάλου Ανθρώπου κι Επιστήμονα, Άλμπερτ Αϊνστάιν. 

1 σχόλιο:

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...