Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φόβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φόβος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 13 Μαΐου 2011

Οργή,βγες έξω,εσύ !











Άλλη μια διαδήλωση.
Άλλη μια πορεία.
Άλλη μια μέρα χαμένη για την ανατροπή.


Ξέρω,"η ανατροπή δεν έρχεται σε μια μέρα",θα μου πείτε.
"Δίκιο έχετε",θα σας πω.


Όμως η εξέγερση έρχεται σε μία και μόνο στιγμή.


Η αγανάκτηση είναι πολλή.
Ο θυμός επίσης.
Ο κόσμος δεν ξέρει πως να διαχειριστεί αυτά τα έντονα αισθήματα αδικίας που τον πνίγουν.


Φωνάζει, βρίζει, ίσως τα βράδια στο σπίτι του να κάθεται να κλαίει για τα χαμένα, ίσως να μην τον παίρνει καν ο ύπνος σκεπτόμενος τα δύσκολα που έρχονται.


Όμως αυτά δεν αρκούν.


Ο κόσμος πρέπει να πάψει να φοβάται.


Και αυτός ο φόβος, πέρα από την εγγενή του πλευρά που αφορά το φόβο στο άγνωστο, έχει κατασκευαστεί μεθοδικά από την προπαγάνδα των πολιτικών και των υποδούλων τους ΜΜΕ.


"Αν πτωχεύσουμε θα πεινάσετε"
"Αν αντιδράσετε θα σας καταστείλουμε βίαια"
"Αν δε μας ψηφίσετε θα μείνετε ακυβέρνητοι"
"Αν βγούμε από την ΕΕ θα χαθούμε"
"Αν προσπαθήσουμε μόνοι μας θα αποτύχουμε"




Και ο κόσμος, στην πλειοψηφία του αδαής και κοινωνικοπολιτικά αστοιχείωτος, τα πιστεύει αυτά.


Όχι,δε θα χαϊδέψω αυτιά σήμερα.
Κοιμόμαστε.
Και βάζω και τον εαυτό μου μέσα,καθώς έχω σίγουρα πολλά ακόμα να μάθω για αυτό το σαθρό και σκοτεινό Σύστημα και για τους μηχανισμούς του.


Η λήθη είναι βαθιά, είτε σας αρέσει είτε όχι.
Η αποχαύνωση έχει χτυπήσει κεντρικό νεύρο και έχει επιφέρει ιδεολογική και κοινωνική παραλυσία.


Κι αν κάτι μας έχει μείνει ως ελπίδα, αυτό είναι η οργή.


Η οργή που δεν αρκεί να τη διοχετεύουμε στα καφενεία, σε φιλικές συζητήσεις και στο τζάμι της τηλεόρασης όταν τα παπαγαλάκια ανακοινώνουν νέα αντιλαϊκά μέτρα.


Η οργή πρέπει να βγει στους δρόμους.


Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.


Την ψήφο σου την πούλησες, ή καλύτερα, τους επέτρεψες να την εξαγοράσουν. Μην τους δωρίσεις και τη ζωή σου.


Και μην ακούς εμένα να σου λέω "μην".
Βγες έξω και βρες το δίκιο σου.
Όσο κάθεσαι στον καναπέ συμβάλεις  στο έγκλημα. Και αυτό το έγκλημα αφορά εσένα. Άρα αυτοκτονείς.


Αν θες να αυτοκτονήσεις, δικαίωμά σου.
Εγώ ,παρόλα αυτά, θα φωνάζω και για σένα.
Γιατί ξέρω πως δεν είσαι χειρότερος από μένα. Απλά είσαι πιο φοβισμένος. Και κανείς δε γεννήθηκε ατρόμητος.


Ξέρω όμως πως με αυτά που θα δεις παρακάτω δε θα τρομάξεις.
Θα οργιστείς.
Δε θα τρομάξεις με τη βίαιη καταστολή.
Δε θα τρομάξεις με την μπότα στο κεφάλι ενός αβοήθητου.
Δε θα τρομάξεις με τα γκλοπ που πέφτουν με μανία πάνω στο ανυπεράσπιστο κορμί.


Θα οργιστείς που άφησες τόσο καιρό τον εαυτό σου να πιστεύει πως η οργή σου ήταν αδικαιολόγητη.


Ε,λοιπόν, δεν ήταν.


Αυτοί σε κλέβουν
Αυτοί σε πουλάνε
Αυτοί σε κοροϊδεύουν
Αυτοί σε βαράνε


Εσύ τους ψήφισες. Εσύ τους έδωσες το δικαίωμα να σε βιάζουν. Εσύ να τους το πάρεις πίσω.
Εσύ, όχι ο διπλανός σου. Πρωταρχικά εσύ.


Βγες έξω, υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εσένα.
Θα τους καταλάβεις όταν τους δεις.
Είναι αυτοί που περιμένουν από το διπλανό τους.
Μόνο που, αυτή τη φορά, ο διπλανός τους θα είσαι ΕΣΥ. Και δε θα φοβάστε τίποτα.









Είναι γνωστό πως ατρόμητος είναι αυτός που χτυπάει αλύπητα έναν ήδη παραδομένο και ανήμπορο εχθρό. Δικαίως, λοιπόν, θα πρέπει να χαρακτηρίσουμε ως ατρόμητους αυτούς τους φιλειρηνικούς ΜΑΤατζήδες. 










Υ.Γ: Το blogger εδώ και 36 ώρες αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Όλες αυτές τις ώρες, ήταν αδύνατο να αναρτήσει κανείς άρθρο. Επιπλέον, πολλά άρθρα "χάθηκαν". Ένα από αυτά ήταν και το παρόν. Ευτυχώς είχα αποθηκευμένο ένα προσχέδιο. Δυστυχώς κάποιες πληροφορίες λείπουν,αλλά φαντάζομαι πως δεν έχει ιδιαίτερη σημασία,αφού αφορούσαν στο ενημερωτικό κομμάτι, το οποίο έχει εξελιχθεί από τη στιγμή που πρωτοαναρτήθηκε το άρθρο.

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

Ο μπάτσος της Ειρήνης



Με την Ειρήνη γνωριζόμαστε από παιδιά.
Μαζί στις αλάνες, μαζί στα παιχνίδια της γειτονιάς,  μαζί στο Νηπιαγωγείο, το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο.
Μαζί και στη ζωή. Είναι φίλη μου- αδερφή μου.
Ο πατέρας της Ειρήνης είναι μπάτσος.  «Αστυνομικοί λέγονται» , συνήθιζε πάντα να με διορθώνει.

Καλός άνθρωπος ο πατέρας της.
Μας πήγαινε κάθε πρωί σχολείο, μας μάζευε από τα πάρτι που πηγαίναμε, μας έκανε και γελούσαμε με τις αστείες γκριμάτσες του.
Η Ειρήνη του είχε μεγάλη αδυναμία.
Πάντα μίλαγε γι’ αυτόν σαν να 'ταν ο ήρωας της. Το είχε δηλώσει πως, αν υπάρχει εκεί έξω κάποιος «πρίγκιπας» για αυτή, τότε θα έμοιαζε πολύ στον πατέρα της.


Μεγαλώσαμε.
Περάσαμε φοιτητές σε διαφορετική πόλη. Δε χαθήκαμε όμως. Μιλούσαμε στο τηλέφωνο συχνά και βρισκόμασταν συνέχεια τις μέρες που επιστρέφαμε στη γενέτειρά μας.
Σε αυτά τα χρόνια που πέρασαν από τότε που ήμαστε μικροί άλλαξαν πολλά.
Μέσα σε αυτά ήταν και η άποψή μου για τους αστυνομικούς. Πλέον τους έλεγα «Μπάτσους» και το εννοούσα. Ήξερα γιατί το έλεγα. Το πίστευα.
Δεν είχα τολμήσει να κάνω συζήτηση με την Ειρήνη. Ήξερα πως θα κατέληγε σε τσακωμό, και έτσι το απέφευγα.

Οι ιδεολογίες μας  είχαν τραβήξει διαφορετικό δρόμο εδώ και πολύ καιρό. Μα δε βάζω καμιά πολιτική ιδεολογία πάνω από την αγάπη για τον άνθρωπο. Και την Ειρήνη την αγαπούσα, οπότε μου ήταν αδύνατο να την αποχωριστώ.

Κάποιες φορές μας δόθηκε η αφορμή για να ξεκινήσει μια εμπρηστική συζήτηση περί της αστυνομίας. Θυμάμαι σαν τώρα εκείνες τις μέρες του Δεκέμβρη του 2008, όπου η Ειρήνη και η υπόλοιπη παρέα υπερασπιζόταν τον κάθε «ανώνυμο αστυνομικό», που τον παίρνει άδικα το κύμα της οργής για τους «μπάτσους». Με θυμάμαι να προσπαθώ να εκφράσω την άποψή μου όσο πιο κόσμια –και  με λιγότερη οργή- μπορούσα, για να μην την πληγώσω.

Έναν χρόνο αργότερα, με την ίδια παρέα είχαμε βγει για ποτό με την αφορμή των Χριστουγέννων, σε ένα ωραίο μπαράκι που έπαιζε ροκ μουσική. Κάποια στιγμή, η μουσική σταμάτησε. Μέσα στο μαγαζί μπήκαν δύο ένστολοι και κατευθύνθηκαν προς το μπαρ. Η Ειρήνη είπε πως θα έπαιρνε τον πατέρα της τηλέφωνο να «παρέμβει» για να ξανανοίξει η μουσική. Έτσι και έγινε. Ο πατέρας της, που είχε εκείνη την ώρα υπηρεσία, επικοινώνησε με τους «συναδέλφους» του και τους είπε να σηκωθούν να φύγουν από το μπαρ και να τους αφήσουν ήσυχους, γιατί εκεί διασκέδαζε η κόρη του. Σε δύο λεπτά οι μπάτσοι είχαν φύγει και η μουσική είχε ξαναρχίσει να παίζει δυνατά.
Εγώ πρέπει να ήμουν ο μόνος που δε χάρηκε με αυτή την εξέλιξη.
Μάλλον θα με πείραξε η κατάχρηση εξουσίας που μπορεί τόσο εύκολα να κάνει ένας μπάτσος για να επιβληθεί μέσω συναδελφικού τραμπουκισμού σε άλλους δύο ένστολους τραμπούκους.
Έβαλα τα τσιγάρα στην τσέπη μου, φόρεσα το μπουφάν μου, χαιρέτησα και έφυγα.

Την επόμενη μέρα με πήρε τηλέφωνο η Ειρήνη να μου πει «πόσο γαμάτος ήταν χθες ο πατέρας» της και να με ρωτήσει γιατί έφυγα τόσο νωρίς. Της απάντησα πως δεν άντεχα τη δυσωδία της γουρουνίλας εκεί μέσα.  Μου έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.

Πήγα να τη βρω για να της εξηγήσω.  Ήπιαμε λίγα ποτά στο στέκι μας, διαφωνήσαμε, βριστήκαμε και στο τέλος αποφασίσαμε να φύγουμε. Θα την πήγαινα εγώ σπίτι της με το αμάξι. Εκείνη είχε πιει λίγο παραπάνω και μου ζήτησε να ξαπλώσει στο πίσω κάθισμα.

Σε έναν κεντρικό δρόμο, ένας  μπάτσος μου έκανε σήμα να σταματήσω. Έβγαλα αλάρμ και έκανα δεξιά.

«Άδεια,δίπλωμα και ασφάλεια», μου είπε.

Γνώριμη μορφή. Ήταν ο πατέρας της Ειρήνης. Είχα χρόνια να τον δω. Δεν είχε καταλάβει ποιος είμαι-δεν μπορούσε να με αναγνωρίσει μετά από τόσο καιρό.
«Έκανα κάτι παράνομο; », απάντησα ψύχραιμα εγώ.
«Αυτό θα το δούμε», είπε ο μπάτσος με την εκνευριστική ειρωνεία που αποκτά κάθε άνθρωπος που θεωρεί πως μπορεί να κάνει κουμάντο στη ζωή του οποιουδήποτε.
«Δε σας δίνω τίποτα αν δεν μου πείτε το λόγο που με σταματήσατε. Θέλετε να μου κάνετε αλκοτέστ; », συνέχισα εγώ.
«Ό,τι θέλω θα σου κάνω. Δείξε μου τα χαρτιά σου», είπε και πάλι με επιτακτικό τόνο ο μπάτσος.

Εν τω μεταξύ, η Ειρήνη δεν είχε καταλάβει τίποτα. Ήταν μεταξύ ύπνου και ξύπνιου ξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα, μέσα στη θολούρα της μέθης.

«Δε σου δείχνω τίποτα», είπα εγώ, υιοθετώντας τον ίδιο τόνο –πλέον- στη φωνή μου.
-«Βγες έξω από το αμάξι ρε. Τώρα! Βγες έξω από το αμάξι! »
Ενστικτωδώς προσπάθησα να ανεβάσω το παράθυρο.
«Βγες έξω ρε αρχίδι, μη σε βγάλω με το ζόρι! », φώναξε κατακόκκινος ο μπάτσος , πιάνοντας το χερούλι της πόρτας  προσπαθώντας να την ανοίξει.
Έφερα αντίσταση.

«Βγες ρε μουνόπανο έξω μη σου γαμήσω τη μάνα!» ,συνέχισε, βάζοντας ακόμα περισσότερη  δύναμη.
Η πόρτα άνοιξε και δυο αυταρχικά χέρια  με τράβηξαν από τον ώμο και με έσυραν έξω.
Σηκώθηκα αμέσως και είπα : «Είσαι τρελός ρε μαλάκα; Τι κάνεις; Με ποιο δικαίωμα; »
«Σκάσε ρε και βάλε τα χέρια σου στο καπό! Άνοιξε τα πόδια σου!» . Το χέρι του πήγε στη θήκη του περιστρόφου του. Όλα σκοτείνιασαν για μια στιγμή. Όλα όσα είχα ακούσει για το φόβο που αισθάνεσαι όταν νιώθεις πως απειλείται η ζωή σου, ήταν τελικά αληθινά.
Φοβήθηκα πως ,πάνω στο παραλήρημά του, θα τράβαγε όπλο.
Φαίνεται πως η Ειρήνη είχε ακούσει τις φωνές μας.

Σηκώθηκε από το κάθισμα και άνοιξε την πόρτα.
«Είναι και άλλος μέσα ρε μουνί;» , με ρώτησε έντρομος. « Μείνε εκεί που βρίσκεσαι ρε πούστη!», φώναξε λυσσασμένα απευθυνόμενος προς το μέρος της. Δεν μπορούσε να τη δει. Ήταν μπροστά από το καπό και η Ειρήνη δεν είχε βγάλει, παρά μόνο τα χέρια της από το αμάξι.
Ο μπάτσος έβγαλε το όπλο του και σημάδεψε προς την πίσω πόρτα του αυτοκινήτου.
«Όχι, όχι! Δεν είναι κανένας οπλισμένος! Μια κοπέλα είναι! Σταμάτα! ». Δεν τόλμησα να του πω ότι είναι η κόρη του. Δεν το σκέφτηκα καν εκείνη τη στιγμή. Δεν ήταν ο πατέρας της πρωταγωνιστής σε αυτή τη σκηνή, αλλά ένας ακόμα τραμπούκος που προσπαθούσε να βγάλει τα απωθημένα του σε ένα εικοσάχρονο. Ήταν απλά ένας ακόμα μπάτσος που απολάμβανε τον τρόμο που μπορούσε να περάσει στις ψυχές των υπόλοιπων ανθρώπων. Ήταν ένας ακόμα που είχε λαγνεία με τον έλεγχο ζωών.

«Βγες έξω σιγά-σιγά και με τα χέρια στο κεφάλι!» ,συνέχισε ακάθεκτος ο Ράμπο.
Τα πόδια της Ειρήνης ξεπρόβαλαν αργά μέσα από την καμπίνα των επιβατών.
«Έτσι, ήρεμα και αργά ρε», την προέτρεψε ο μπάτσος.
Βγήκε ολόκληρη. Έτρεμε. Με το ζόρι στεκόταν. Δεν ήταν από το μεθύσι. Ήταν απ’ τον φόβο.

Έκανε δυο βήματα μπροστά, προς το φως.
«Μπαμπά;» , είπε απορημένη.
Ο μπάτσος δε μίλησε. Είχε μείνει σαστισμένος, με το όπλο ακόμα να σημαδεύει την κόρη του.
«Μπαμπά τι κάνεις; », συνέχισε η Ειρήνη μέσα σε λυγμούς πλέον. Οι χτύποι της καρδιάς  της ακούγονταν μέχρι εκεί που ήμουν. Τους άκουγε και ο πατέρας της, είμαι σίγουρος.
«Τι κάνεις ρε μπαμπά εκεί; Τι έκανες στον Τάσο;  Κατέβασε το γαμημένο το όπλο πια! Τι σημαδεύεις; »

Με είδε με τα χέρια στο καπό και τα πόδια ανοιγμένα, σαν να ετοιμαζόμουν για ρωμαϊκό όργιο.
Ο μπάτσος  ξεπέρασε κάπως το αρχικό σοκ. Κατέβασε το όπλο και το έβαλε στη θήκη του, δεξιά στη μέση του.

«Τι έκανες εσύ μες στο αμάξι;» , τη ρώτησε.
-«Τι έκανα μωρέ; Με πήγαινε ο Τάσος σπίτι!»
-«Αυτός είναι ο Τάσος; Ο φίλος σου; »
-«Καλά δεν τον γνώρισες; Κι εσύ ρε Τάσο γιατί δεν του είπες ποιος είσαι;»
-«Τι να του πω μωρέ; Χρειάζεται να του πω κάτι; Δηλαδή παίζει ρόλο που είμαι γνωστός σου; Με σταμάτησε και δεν μου είπε το γιατί. Δεν έχει δικαίωμα να το κάνει αυτό ρε Ειρήνη!»

Ο μπάτσος μου έριξε μια ματιά γεμάτη μίσος. Φαίνεται δεν εξάντλησε όλη του την οργή με τις αγριοφωνάρες του και  το σημάδι πάνω στην  κόρη του . Είχε λίγα αποθέματα τραμπουκισμού ακόμα για μένα.

«Μπαμπά σε παρακαλώ σήκω και φύγε και άσε μας να πάμε σπίτι. Είμαι πολύ ταραγμένη» ,ζήτησε η Ειρήνη.
«Θα σε πάω εγώ σπίτι», είπε αποφασιστικά ο μπάτσος.
«Όχι, δε θα με πας. Θα με πάει ο Τάσος. Μπες μέσα, φεύγουμε» ,είπε απευθυνόμενη σε μένα και μπήκε πάλι στο αυτοκίνητο.
Ο μπάτσος δεν αντέδρασε. Στεκόταν εκεί και μας έβλεπε να φεύγουμε. Μέχρι που να στρίψω, κοιτούσα από τον καθρέφτη μου και ήταν ακόμα εκεί ,κοιτώντας προς το μέρος μας.
Δεν ανταλλάξαμε άλλη κουβέντα στη διαδρομή. Δεν είπαμε ούτε «καληνύχτα». Σιωπή και χτύποι καρδιάς.


Δεν ξέρω αν άλλαξε γνώμη η Ειρήνη για τους αστυνομικούς. Δεν ξέρω αν τους αποκαλεί πλέον κι αυτή «μπάτσους».
Δεν έχουμε ξαναμιλήσει από κεινη τη νύχτα.
Δεν ξέρω γιατί. Μάλλον κάτι έσπασε. Και το ρήγμα ήταν πολύ βαθύ.

Το μόνο που ξέρω είναι πως,εκείνη τη νύχτα, ένιωσε κι εκείνη στο πετσί της το Φόβο.
Τον τρόμο τον οποίον μπορεί να σκορπίσει η  «Αρχή» στους υπηκόους της. Την παράλογη οργή και βία που κυριαρχεί στον κομπλεξικό κόσμο των ενόπλων δυνάμεων. Τον τραμπουκισμό που ξεχειλίζει από τα μπατζάκια κάθε μπάτσου που σέβεται τα παντελόνια του. Έγινε μάρτυρας της ανεξήγητης αυτής "μετάλλαξης" που υφίσταται ένας μπάτσος εν υπηρεσία.


Δεν είναι ταξικό το πρόβλημα, Ειρήνη.Ούτε πολιτικό. Είναι καθαρά ανθρώπινο. Δεν έχει κανείς δικαίωμα να σκορπίζει τον τρόμο στην καρδιά σου με το έτσι θέλω. Και εγώ αυτόν τον τρόμο τον ένιωσα εκείνη τη μέρα. Τον άκουσα να χτυπάει και στη δική σου καρδιά.
Ξέρω, δεν μπορείς να αλλάξεις πατέρα, αλλά μπορείς να αλλάξεις μπάτσο.
Γιατί ο μπάτσος δεν ανήκει σε σένα, αλλά στο Σύστημα που τον τρέφει.

Στην τελική λυπήσου τους, γιατί είναι πιόνια αυτού του Συστήματος. Είναι ανθρωπάρια που τρέφουν το Σύστημα με καταστολή, τρεφόμενα με τη σειρά τους από την ανασφάλεια και τον κομπλεξισμό τους ,καθώς και τον τρόμο των άλλων.
Εγώ δεν τους λυπάμαι όμως. Ούτε τους οικτίρω. Είναι άνθρωποι και έχουν κάνει τις επιλογές τους. Και έχουν ταχθεί ενάντια στον Ελεύθερο Άνθρωπο.
Γι’ αυτό πάντα θα είμαι απέναντί τους.

Μου λείπεις Ειρήνη. Γεια.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Φόβος: το Κλουβί

7/2/2011 : Ημέρα κατά του Φόβου

 





«Μην τρως τα νύχια σου, γρουσουζιά. Μη στηρίζεις το κεφάλι στα χέρια σου, γρουσουζιά. Μη σταυρώνεις τα χέρια σου, γρουσουζιά.»

Κάπως έτσι περνά από την οικογένεια σε μας ο φόβος.

Ήμασταν παιδιά ακόμα και αυτές είναι φράσεις που πολλοί από εμάς ακούγαμε επί χρόνια ολόκληρα. Αρκετοί από μας ,μάλιστα, θα τις αναπαραγάγουμε και στα δικά μας παιδιά. Είναι μια σαχλή και νοσηρή μορφή Παράδοσης .
Όταν ρωτούσαμε «γιατί είναι γρουσουζιά;» ,η απάντηση που παίρναμε είναι «έτσι».
Μεγαλώνοντας, άλλαξαν πολλά: ο τρόπος που σκεφτόμαστε, ο τρόπος που φοβόμαστε, ο τρόπος που πράττουμε, αλλά ένα έμεινε ίδιο: αυτό το  «έτσι».
Αυτό το αδιόρατο, απροσδιόριστο «κακό» που παραμονεύει πίσω από κάθε τέτοια πράξη.

Κι αν αυτά τα παραδείγματα σας φαίνονται «αθώα» και «χαζά» , υπάρχουν άλλα που έχουν πολύ πιο σκοτεινό ,υποχθόνιο και σκόπιμο υπόβαθρο.

Από μικροί έχουμε γαλουχηθεί με το φόβο.
Όχι με εκείνον το φόβο που μπορεί να σου σώσει τη ζωή σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, ή αυτόν που σε αποτρέπει από το να κρεμαστείς από το μπαλκόνι σου στον 5ο .

Πρόκειται για έναν άλλο φόβο, μέσα στον οποίο έχεις μουλιάσει και μαζί με σένα έχει σαπίσει κάθε αίσθησή σου για Ελευθερία και αυτονομία.
Πρόκειται για το φόβο που έχει έτσι περαστεί στον εγκέφαλό σου, ώστε να σε κρατάει περιορισμένο στα στενά, «ανθρώπινά» σου όρια.
Αυτόν που σου υποτάσσει να κοιτάς χαμηλά, να καταπατάς την ετυμολογία του όρου «Άνθρωπος» (άνω θρώσκω = κοιτάω ψηλά).

Από τη Θρησκεία μέχρι την Πολιτεία, σε έχουν μάθει να σκέφτεσαι ενοχικά για καθετί που μπορείς να κατακτήσεις. «Απαρνήσου τις απολαύσεις και τις ηδονές για να γίνεις Θεός μετά θάνατον» , «υπάκουσε στα όρια που σου θέτω για να ζήσεις Ζωή αξιοπρεπή και νόμιμη».
«Μην αναζητάς περισσότερα απ’ όσα σου έχουν δοθεί, μα να είσαι ευγνώμων και για αυτά τα λίγα που έχεις».

Μια Χρυσή Φυλακή που έχει περίτεχνα χτιστεί γύρω σου για να μην μπορείς να ατενίσεις με όρεξη την απεραντοσύνη της ύπαρξής σου. Όρια που μπαίνουν για να σε κρατήσουν μέσα σε ένα πεπερασμένο κόσμο που βολεύει αυτούς τους οποίους τον δημιούργησαν.

Μην μπερδεύεστε: δεν έχει να κάνει με το «μέτρον άριστον» των Αρχαίων. Όχι.
Δεν πρόκειται για Μέτρο. Πρόκειται για χαλινάρι.

Αντίθετα, σε ωθούν να απελευθερώσεις τις ικανότητές σου για να πλουτίσεις. «Απόκτησε!» σου λένε. «Φτιάξε αμύθητη περιουσία, να χαρείς τις απολαύσεις τις Ζωής», σε παροτρύνουν.
Μα κανείς δε μιλάει για την πνευματική σου ένδεια. Κανείς δε σου λέει να ανοίξεις το νου σου. Κανείς δε σε προτρέπει να πας πέρα από τα κατεστημένα.
Γιατί;

Μα γιατί έτσι σε θέλουν: να πιστεύεις ότι μπορείς να γίνεις Βασιλιάς ,αποκτώντας όλα τα αγαθά του Κόσμου, ενώ στην ουσία θα είσαι πιο κενός κι από τρύπα πολεμίστρας.

Και, μιλώντας για πολεμίστρα, σου έμαθαν ποτέ να πολεμάς για αυτά που θεωρείς αυτονόητα;
Σε έμαθαν ποτέ να πολεμάς για την ανάγκη σου να σκέφτεσαι; Για την ανάγκη σου να υπάρχεις;

Όχι. Σου έφτιαξαν  σύνορα, σε πέταξαν μέσα και σου είπαν «εσύ θα είσαι Έλληνας/Αλβανός/Αμερικάνος/Γερμανός και θα πρέπει αυτά τα σύνορα να υπερασπιστείς μέχρι που να πεθάνεις».
Σε βάφτισαν Χριστιανό/Μουσουλμάνο/Ινδουιστή/Βουδιστή και σου είπαν «αυτή είναι η Αλήθεια, ενώ όλα τα άλλα Ψέμα».

Σε έστρεψαν ενάντια στον Αδερφό σου. Ενάντια στη μόνη βιολογική σου συγγένεια σε τούτον τον Πλανήτη: τον Άνθρωπο.

Δεν είναι πλέον συνάνθρωπός σου ο Τούρκος, μα είναι απλά ένας ακόμα που θέλει να σου αφαιρέσει την Ελευθερία σου. Μια Ελευθερία που δεν είχες ποτέ σου ουσιαστικά. Και δεν πάλεψες ποτέ για αυτή σου την φαντασματική ελευθερία, παρά μόνο έχυσες γενιές και γενιές αίματος σε χώματα που εξ’ αρχής άνηκαν και σε σένα και στον αντίπαλό σου, γιατί ήταν απλά ανθρώπινα.

Κι ο φόβος φωλιάζει ακόμα μέσα σου…

Αν δεν είσαι καλός Χριστιανός/Μουσουλμάνος/Ινδουιστής/Βουδιστής δε θα ανταμοιφθείς και θα πας σε κάποια Κόλαση. Θα χάσεις το προνόμιο της αγαλλίασης στη Ζωή Μετά.
Σε απειλούν με κυρώσεις σε μια Ζωή που ούτε αυτοί- αλλά ούτε κι εσύ- γνωρίζουν αν υπάρχει. Παίζουν με τον Φόβο σου για το άγνωστο. Με αυτόν το φόβο που σου είχε καλλιεργηθεί από την παιδική σου ηλικία μέσω της οικογένειας και με τον οποίο ξεκίνησες την ανάγνωση αυτού του άρθρου.


Κι εσύ;

Εσύ τι κάνεις;

Συνεχίζεις να φοβάσαι το Άγνωστο;

Συνεχίζεις να αμφιβάλλεις για το ακατόρθωτο;

Ή απλά συνεχίζεις να μην σκέφτεσαι τις Ελευθερίες που πραγματικά σου αξίζουν;

Την Ελευθερία σου στην Έκφραση, την Ελευθερία σου στη Γνώση, την Ελευθερία σου στα Πιστεύω, την Ελευθερία σου στην Αγάπη, την Ελευθερία σου στο Σεβασμό, την Ελευθερία σου στην Ελευθερία.


Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ ακόμα πιστεύω πως κάτι είναι πολύ λάθος σε αυτόν τον κόσμο. Αλλά είμαι διατεθειμένος να αντιμετωπίσω αυτόν το φόβο μου.
Εσύ;















Υ.Γ. : Αφορμή για τη συγγραφή αυτού του άρθρου υπήρξε το ιστολόγιο "Φόβος,ο Δούρειος Ίππος της Εξουσίας", το οποίο σας προτείνω να επισκεφθείτε και να διαβάσετε άρθρα από διάφορους δημιουργούς-ιστογράφους, που συμμετέχουν σε αυτή την κίνηση για τον "εξορκισμό" του Φόβου.
 Η εικόνα και το βίντεο είναι παρμένα από το πιο πάνω Ιστολόγιο.

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...