Καταρχάς, η ίδια η ανακοίνωση της ικανοποίησης του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης ότι «πήραμε τη δόση» και κατά συνέπεια «ξημερώνει μια καινούρια μέρα» θυμίζει τον ίδιο τον παραλογισμό της χρήσης: η όποια στιγμιαία ευτυχία στην πραγματικότητα δεν μπορεί να συγκαλύψει τις άμεσες αλλά και μακροχρόνιες συνέπειες της χρήσης, όπως και τον εγκλωβισμό σε μια πολλαπλά αρνητική συνθήκη. Με τον ίδιο τρόπο, οι πανηγυρισμοί για τη «δόση» προφανώς και δεν μπορούν να συγκαλύψουν το γεγονός ότι στο όνομά της επιβλήθηκαν εξοντωτικές περικοπές, διάλυση του κοινωνικού ιστού και πρωτοφανής συνθήκη νεοαποικιοκρατικής επιτροπείας. Έπειτα, ο εγκλωβισμός στην αναζήτηση της εκάστοτε δόσης προκαλεί ανατριχιαστικούς συνειρμούς με την ίδια την έννοια της εξάρτησης ως κατεξοχήν συμπύκνωση του προβλήματος. Έτσι λοιπόν και η τρέχουσα οικονομική συνθήκη, πέραν του να αποτυπώνει το παράλογο μιας «θεραπείας» (εν προκειμένω του χρέους) που διογκώνει το πρόβλημα (της υπερχρέωσης, που μάλιστα πλέον πανηγυρικά παρατείνεται σε ακόμη μεγαλύτερο χρονικό βάθος), συνεπάγεται και την παράταση της αναγκαστικής εξάρτησης της συνολικής άσκησης πολιτικής από τις δανειακές ροές. Αυτές αναδεικνύονται σε βασική «γραμμή ζωής» για τη δημόσια δαπάνη αλλά και την οικονομία συνολικά, έστω και εάν – όπως ακριβώς συμβαίνει και την τοξικοεξάρτηση – ο κύριος όγκος των δόσεων απλώς ανακυκλώνει το πρόβλημα (εν προκειμένω τη διαρκή αποπληρωμή συσσωρευμένου χρέους). Και βέβαια η εξάρτηση τόσο από εξαρτησιογόνες ουσίες, όσο και από δανειακές ροές, δεν είναι ποτέ μια απλή συναλλαγή. Συνεπάγεται τον αναγκαστικό εγκλωβισμό του χρήστη σε ένα πολύ συγκεκριμένο φάσμα πρακτικών. Εάν στην περίπτωση της τοξικοεξάρτησης αυτός μπορεί είναι όλο το φάσμα της των παραβατικών πρακτικών και των παραλλαγών του κοινωνικού αποκλεισμού, έτσι και στην περίπτωση των δανειακών ροών έχουμε τον εγκλωβισμό μιας ολόκληρης κοινωνίας σε μια υποχρεωτική διαδικασία «αναμόρφωσης» κατά τις βουλήσεις των πιστωτών, σε ένα τεράστιο πείραμα για τo εάν μπορεί μια κοινωνία να ταπεινωθεί και να μεταλλαχθεί στα πρότυπα ενός ακραίου νεοφιλελευθερισμού. Εάν τα πράγματα έχουν έτσι, τότε είναι σαφές ότι αντί των κατευθυνόμενων πανηγυρισμών για τη «δόση», η λύση είναι να αναμετρηθούμε με το ερώτημα της απεξάρτησης από αυτές τις δανειακές ροές. Σημαίνει, επίσης, ότι αντιλαμβανόμαστε πόσο καταστροφική αλλά και απατηλή – σε όλες τις παραλλαγές της έννοιας της δόσης - είναι η λογική που λέει «αυτή είναι η τελευταία» ή «ακόμη μία και μετά τέρμα». Αντίστοιχα, αυτονόητο είναι ότι δεν μπορούμε να εγκλωβίζουμε την πολιτική αντιπαράθεση, όπως δυστυχώς θα ήθελε τμήμα της εν δυνάμει κυβερνώσας Αριστεράς, στην αποτελεσματικότητα ή μη ως προς τη διαχείριση της διεκδίκησης των δόσεων ή να διεκτραγωδούμε απλώς το γεγονός ότι θα μπορούσαμε να την είχαμε πάρει με καλύτερους τρόπους (βλ. π.χ. τη διαρκή επαναφορά της πρότασης για ένα νέο «Σχέδιο Μάρσαλ»). Όπως και στην περίπτωση των ναρκωτικών, καλές «δόσεις» δεν υπάρχουν. Παρότι η αναλογία είναι επικίνδυνος τρόπος συλλογισμού, εντούτοις ο πειρασμός να σκεφτούμε κατά αναλογία προς τη διαδικασία απεξάρτησης είναι μεγάλος. Ως γνωστόν, το πρόβλημα στη διαδικασία απεξάρτησης δεν είναι τόσο οι άμεσες συνέπειες του στερητικού συνδρόμου, που είναι οδυνηρές αλλά αντιμετωπίσιμες, όσο ο απεγκλωβισμός από όλο το φαύλο κύκλο της τοξικοεξάρτησης και τις πρακτικές που σχετίζονται με αυτήν. Έτσι και στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας το ερώτημα δεν είναι τα αντιμετωπίσιμα προβλήματα μερικών μηνών σε περίπτωση διαγραφής του χρέους και αναπόφευκτης εξόδου από το ευρώ (οι πρακτικές δυσκολίες στην εισαγωγή εθνικού νομίσματος, οι συγκυριακές ελλείψεις σε ορισμένα αγαθά, οι αλλαγές καταναλωτικών συνηθειών), αλλά το εάν θα υπάρξει εκείνη η συλλογική προσπάθεια ανασυγκρότησης μιας κοινωνίας που θα προσπαθήσει να οικοδομήσει την εναλλακτική της αφήγηση. Να μπορέσουμε, δηλαδή, συνειδητά και με δική μας κυρίαρχη επιλογή να αποκοπούμε από τις αγορές, την αντίληψη της οικονομίας με όρους ανταγωνιστικότητας, την προνομιμοποίηση του κέρδους και κατά συνέπεια από την κοινωνική βαρβαρότητα που αυτές συνεπάγονται, στην κατεύθυνση, αναγκαστικά μιας σύγχρονης σοσιαλιστικής προοπτικής. Δύσκολο αλλά αναγκαίο, εάν δεν θέλουμε να πέσουμε ξανά σε συνθήκη εξάρτησης από τοξικές «δόσεις»… Πηγή: Αριστερό Βήμα |
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνημόνιο 3. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μνημόνιο 3. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012
Τοξικές δόσεις
Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά, πατέρα;
Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
Νενικήκαμεν! Η Ελλάδα σώθηκε! Το μαύρο σύννεφο της χρεοκοπίας έφυγε οριστικά από τον γαλανό ουρανό. Είναι να απορεί κανείς που η υπερβολική σεμνότητα εμποδίζει την τρικομματική κυβέρνηση να γκρεμίσει τα τείχη της πόλης και να υποδεχτεί με τιμές Μαραθωνομάχων τον κ. Στουρνάρακαι τους συνεργάτες του, που επέστρεψαν θριαμβευτές και τροπαιούχοι από τη μάχη των Βρυξελλών.
Μάχη; Ποια μάχη έδωσαν, αλήθεια; Με ποιους, εναντίον ποίων; Επί ένα μήνα,Γερμανία και ΔΝΤ τσακώνονταν λυσσαλέα για τη διαχείριση του ελληνικού χρέους κι ο αμέσως ενδιαφερόμενος, η Ελλάδα, δεν τολμούσε να ψελλίσει οποιαδήποτε θέση για το δικό του πρόβλημα. “Δώστε μας τη δόση μας και κάντε ό,τι νομίζετε” ήταν η υπερήφανη στάση αυτής της κυβέρνησης που μετέτρεψε την Ελλάδα σε άφωνο, τρομαγμένο ζητιάνο. “Όταν τσακώνονται στο βάλτο τα βουβάλια, λειώνουν τα βατράχια”, ήταν η δικαιολογία που πρόβαλαν ανωνύμως εκπρόσωποι του Μαξίμου. Όντως. Αλλά ποιοι έφεραν τα βουβάλια της Ε.Ε. και του ΔΝΤ στην αυλή μας και ποιοι μετέτρεψαν 11 εκατομμύρια Έλληνες σε απροστάτευτα βατράχια; Απορία, ψάλτου βηξ...
Δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει προηγούμενο στην ιστορία των Μπανανιών, όπου μια κυβέρνηση ναπανηγυρίζει απλά και μόνο γιατί της έδωσαν τη δόση που της καθυστερούσαν οι πιστωτές της,παραβιάζοντας τη δανειακή σύμβαση που είχαν υπογράψει, παρά το τεράστιο τίμημα που είχε για τον ελληνικό λαό και τα τεράστια κέρδη για τα δικά τους θησαυροφυλάκια. Ουδέποτε τέθηκε πραγματικά ζήτημα μη καταβολής της δόσης, αφού το μόνο αποτέλεσμα θα ήταν η αυτόματη κατάρρευση της τρικομματικής κυβέρνησης. Όλα τα άλλα ήταν παραμύθια της Χαλιμάς, μοχλός εκβιασμού των βουλευτών που κατάπιαν γογγύζοντας τον εξευτελισμό τους, ψηφίζοντας μέσα σε δύο εικοσιτετράωρα 700 σελίδες σκληρότατων μνημονιακών μέτρων, χωρίς καν να προλάβουν να τις διαβάσουν.
Άλλωστε, από τα 34,4 δισ. που θα πάρουμε σε πρώτη φάση (γιατί και η δόση δίνεται σε... δόσεις), τα23,8 δισ. πάνε στις τράπεζες και από τα υπόλοιπα 10,6 δισ. θα πάει για την αποπληρωμή των δανείων. Σταγόνες στον ωκεανό θα είναι ό,τι θα πάει για μισθούς και συντάξεις.
Ναι, αλλά μαζί μ' αυτά ήρθε και το πακέτο μέτρων (μείωση επιτοκίων, επιμήκυνση, επαναγορά ομολόγων) για τη μείωση του χρέους μας κατά 40 δισ., περίπου 20% του ΑΕΠ, μας υπενθυμίζει η εσωτερική τρόικα. Μάλιστα. Ας υποθέσουμε, για οικονομία της συζήτησης, ότι επαληθεύονται όλες οι προβλέψεις τους- κάτι που θα αποτελούσε πραγματικό θαύμα, δεδομένου ότι όλες οι μέχρι τώρα προβλέψεις τους διαψεύδονται επί τα χείρω.
Σ’ αυτή την ιδεατή περίπτωση, το ελληνικό χρέος θα έχει πέσει το 2020 στο... 124%, δηλαδή όσο περίπου ήταν όταν ο εθνικά υπερήφανος Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωνε από το Καστελόριζο την εθελούσια είσοδό μας στο μνημονιακό κλουβί. Δέκα χρόνια απίστευτων δεινών, μόνο και μόνο για να καταλήξουμε στο σημείο της εκκίνησης. Γιατί λοιπόν δεν κουρεύαμε από την αρχή το χρέος, αλλά έπρεπε πρώτα να το φουσκώσουμε στο 180% για να το επαναφέρουμε στο αρχικό του μέγεθος; Το συμπέρασμα είναι απλούστατο: Το ελληνικό χρέος ήταν απλώς το πρόσχημα για να εξαπολύσει η ελληνική πλουτοκρατία ταξικό πόλεμο στα δικαιώματα του κόσμου της εργασίας και για να μετατρέψει η Γερμανία ολόκληρη την Ελλάδα σε Ειδική Οικονομική Ζώνη, με μεροκάματα Βουλγαρίαςκαι εργασιακές σχέσεις Μπαγκλαντές.
Το κυριότερο, που επιμελώς αποσιωπά η εσωτερική τρόικα, είναι οι κοινωνικά εξοντωτικοί και εθνικά ταπεινωτικοί όροι του συμβιβασμού των Βρυξελλών. Στην απόφαση γίνεται ρητά λόγος για “ειδική ομάδα παρακολούθησης” του προϋπολογισμού και των ιδιωτικοποιήσεων, πράγμα που σημαίνει ότι οι Γερμανοί και οι ελάσσονες εταίροι τους θα έχουν τον τελευταίο λόγο για το τελευταίο σεντ από τις ελληνικές κρατικές δαπάνες και την εκποίηση του εθνικού πλούτου αντί πινακίου φακής. Παράλληλα, γίνεται λόγος για “ρήτρα αυτόματης διόρθωσης” των δημοσιονομικών παρεκκλίσεων που θα προκύπτουν, δηλαδή για νέα μέτρα, όποτε το αποφασίσουν. Αποτελεί αναίσχυντη ψευδολογία η διαβεβαίωση των κυβερνώντων ότι “δεν θα υπάρξουν νέα μέτρα”, τη στιγμή που ήδη ετοιμάζουν τοπρώτο, δυσβάσταχτο πακέτο νέων μέτρων με το εξοντωτικό φορολογικό πακέτο, που καταργεί το αφορολόγητο των 5.000 ευρώ και δίνει τη χαριστική βολή στους μικροϊδιοκτήτες ακινήτων.
Όσο για την περίφημη βιωσιμότητα του χρέους, το μπρα ντε φερ μεταξύ Γερμανίας και Αμερικής έληξε με νίκη της πρώτης. Η Μέρκελ πέτυχε αυτό που ήθελε, ότι δεν θα υπάρξει μερική διαγραφή του χρέους του δημοσίου τομέα μέχρι τις γερμανικές εκλογές- μετά, βλέπουμε. Η σύνοδος των Βρυξελλών επιβεβαίωσε την καταθλιπτική γερμανική ηγεμονία μέσα στην Ε.Ε., διαψεύδοντας όσους φαντασιώνονταν κάποιο “μέτωπο του Νότου”, ενδεχομένως με τη συμμετοχή της Γαλλίας και με υπόρρητη στήριξη της Αμερικής. Η σκληρή αλήθεια αποδεικνύει ότι κάθαρση στην ελληνική τραγωδία μέσα στην ευρωζώνη απλούστατα δεν υπάρχει και ότι οι λαϊκές δυνάμεις είναι υποχρεωμένες να παλέψουν για τη λυτρωτική ανατροπή πρώτα απ' όλα στο εθνικό επίπεδο.
Ακόμα χειρότερα, η Αριστερά δεν μπορεί να προσμένει λύση με τις πλάτες της Αμερικής και του ΔΝΤ, όπως φαίνεται ότι φαντάζονται ορισμένοι εκπρόσωποί της, οι οποίοι μάλιστα υιοθετούν με τη μεγαλύτερη ευκολία συνθήματα τύπου “νέο σχέδιο Μάρσαλ”, που μέχρι χθες θα προκαλούσαν ανατριχίλα σε κάθε αριστερό αγωνιστή. Το κυριότερο, η απολύτως προβλέψιμη εξέλιξη στο Eurogroup διαμηνύει πόσο άγονη είναι η λογική που εναποθέτει τις ελπίδες για μια “αριστερή κυβέρνηση” σε κάποιο “ξαφνικό ατύχημα” των κυρίαρχων κύκλων, που θα φέρει την εξουσία στο πιάτο μας, σαν ώριμο φρούτο. Άλλη μια φορά, δεν υπάρχει αδιέξοδη κατάσταση για το σύστημα, αν ο λαός και οι πολιτικές δυνάμεις που επιδιώκουν να τον εκφράσουν δεν οδηγήσουν το σύστημα σε αδιέξοδο, με τις μεγάλης κλίμακας αγωνιστικές και πολιτικές πρωτοβουλίες, που δυστυχώς δεν φαίνονται αυτή τη στιγμή στον ορίζοντα.
Πηγή: Iskra
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012
Μια απόπειρα βαθύτερης ανάλυσης της συγκυρίας
Οι πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ημερών δείχνουν το
βάθος της πολιτικής κρίσης μέσα στη συνθήκη της οικονομικής κρίσης και της
Μνημονιακής επιτροπείας, στην ένταση της κοινωνικής κρίσης, στις ραγδαίες
ανακατατάξεις στις πολιτικές εξελίξεις. Φέρνουν στο προσκήνιο την αστάθεια του
κυβερνητικού κέντρου αλλά και το ανοιχτό
ενδεχόμενο να μπορέσει ο λαϊκός παράγοντας να παρέμβει καταλυτικά.
Σε αυτό συντελεί η τρομακτική πίεση από τη μεριά της
Τρόικας για τη λήψη ακραία επιθετικών μέτρων, όπως αυτά που υπερψηφίστηκαν την
περασμένη Κυριακή στη Βουλή (Μνημόνιο ΙΙΙ). Είναι σαφές ότι στην ΕΕ έχει
πρυτανεύσει η ακόλουθη λογική: την ώρα που κυβερνήσεις και χρηματοπιστωτικά
ιδρύματα είναι περισσότερο έτοιμα παρά ποτέ να αντέξουν το κόστος μιας
ελληνικής αποπομπής από την Ευρωζώνη, προσπαθούν να
αποφύγουν κάτι τέτοιο σπρώχνοντας την ελληνική κοινωνία στα όρια της αντοχής
της. Όχι προφανώς με την ελπίδα ότι θα μειωθεί το ελληνικό χρέος, αλλά με την
ελπίδα ότι η κλίμακα των αναδιαρθρώσεων και των περικοπών θα είναι τέτοια που
θα μπορούν οι αγορές να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν το ελληνικό χρέος ως απλή
επισφάλεια (ή τουλάχιστον ότι θα υπάρχει μικρότερη ανάγκη καταφυγής στο
μηχανισμό στήριξης. Επιπλέον, βγαίνει στο προσκήνιο ο βολονταρισμός του
ευρωπαϊκού κέντρου, και η αντίληψη ότι
μπορεί να υπάρξει βίαιη αναμόρφωση και μοντελοποίηση μιας ολόκληρης κοινωνίας
σε ακόμη πιο νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις, αλλά και η πεποίθηση ότι στο
τέλος η βίαιη συμπίεση προς τα κάτω θα οδηγήσει σε κάποιου τύπου ανάκαμψη.
Προφανώς και υπάρχουν πλευρές της συγκυρίας που και οι ίδιοι αναγκάζονται να
παραδεχτούν ότι δείχνουν το αδύνατο μιας τέτοιας κίνησης, όπως είναι η εκ των
υστέρων παραδοχή του ρόλου των πολλαπλασιαστών της ύφεσης, αλλά σε αυτή τη φάση
προκρίνουν την επιθετική κίνηση, τη φυγή προς τα εμπρός. Εκτιμούν ένα καίριο
τμήμα των "μεταρρυθμίσεων", η εκποίηση της δημόσιας περιουσίας,
αντικειμενικά γεννά επενδυτικής δυνατότητες. Άλλωστε, η πίεση προς τα εκεί δεν
είναι μόνο από την Τρόικα: είναι σαφές
ότι σημαντικό τμήμα του ελληνικού κεφαλαίου θεωρεί ότι μπορεί να αντέξει το
κόστος της ύφεσης και να εκμεταλλευτεί την αλλαγή του συσχετισμού δύναμης που
φέρνουν αυτά τα σαρωτικά μέτρα.
Σε αυτή τη βάση η ΝΔ προσπάθησε το προηγούμενο διάστημα
να παρουσιάσει ένα είδος εναλλακτικής αφήγησης. Σύμφωνα με αυτή, από τη στιγμή
που θα περάσουν τα μέτρα –όπως και έγινε- και εξασφαλιστεί η επιμήκυνση της αποπληρωμής
του χρέους, γίνει μια δεύτερη αναδιάρθρωση του χρέους και εξασφαλιστεί η
ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μέσω των επόμενων δόσεων, τότε δεν διακυβεύεται
η παραμονή στο ευρώ, εξασφαλίζεται, μέσω των αποκρατικοποιήσεων και της
εκποίησης δημόσιας περιουσίας, μια πρώτη εισροή κεφαλαίων, οι τράπεζες έστω και
σταδιακά ξαναρίχνουν χρήμα στην αγορά, και ο συνδυασμός ανάμεσα στο
ξεμπλοκάρισμα των δημόσιων έργων και το φτηνό κόστος εργασίας, θα εξασφαλίσει
μια δειλή ανάκαμψη.
Σε αυτό το σχέδιο συναινούν οι ηγεμονικές μερίδες του
κεφαλαίου, ιδίως εάν εξασφαλιστούν ορισμένοι όροι όπως είναι η ανακεφαλαιποίηση
των τραπεζών να μην οδηγήσει τελικά σε «αφελληνισμό» τους (κίνδυνο που
ενυπάρχει στο σενάριο της απευθείας ανακεφαλαίοποίησης από τοι Ευρωπαϊκό
Μηχανισμό Στήριξης) και να πάρουν ελληνικές επιχειρήσεις μερίδιο από τα δημόσια
έργα.
Αυτό αποτελεί αυτή τη στιγμή και
το μόνο «καλό σενάριο» της συγκυβέρνησης Σαμαρά.
Όμως αυτό το σχέδιο προσκρούει σε κρίσιμες αντιφάσεις. Καταρχάς, προϋποθέτει ένα συνδυασμό
κινήσεων της Τρόικας και των πιστωτών που δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι θα
γίνει, με δεδομένες και τις εσωτερικές αντιθέσεις ανάμεσα στην ΕΕ (δηλ. τη
Γερμανία) και το ΔΝΤ. Για παράδειγμα επιμήκυνση χωρίς νέα βοήθεια ή νέα
αναδιάρθρωση του χρέους θα έχει μικρό αποτέλεσμα. Έπειτα, υπάρχει η συνολική
ευρωπαϊκή διάσταση. Εάν η ύφεση βαθύνει, όπως δείχνουν τα πράγματα, συνολικά
στην Ευρώπη, ληφθούν μέτρα ακόμη μεγαλύτερης λιτότητας και αλλού,
ενεργοποιηθούν μηχανισμοί στήριξης και για πολύ μεγαλύτερες οικονομίες, τότε τα
πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα. Δεν είναι τυχαίο ότι στο πλαίσιο και των
ενδοϊμπεριαλιστικων αντιθέσεων, το ίδιο
το ΔΝΤ βγαίνει και τονίζει τη σύνδεση ανάμεσα σε λιτότητα και ύφεση. Αλλά
και στο εσωτερικό, το «καλό σενάριο» στο οποίο ποντάρει η κυβέρνηση Σαμαρά,
προϋποθέτει την αντοχή μιας κοινωνίας που έχει περάσει προ πολλού το όριο
αντοχής και συνθήκες πολιτικής σταθερότητας που κάθε άλλο παρά υπάρχουν. Το γεγονός ότι ακόμη και στους δικούς τους
υπολογισμούς θα υπάρξει σε πρώτη φάση (π.χ. όλο το 2013 και πιθανώς και το
2014) παράταση της ύφεσης, άρα τρομαχτική ανεργία, κλείσιμο επιχειρήσεων,
ανθρωπιστική κρίση, ιδίως εάν περάσουν τα τωρινά μέτρα, δείχνει ότι η συνθήκη
της σταθερότητας κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Επιπλέον, το κοινωνικό
τοπίο, η πιθανότητα εκρήξεων, ενίοτε και ανεξέλεγκτων, η συνεχιζόμενη, ακόμη
και δημοσκοπικά, αποσάθρωση των μεταπολιτευτικών πολιτικών εκπροσωπήσεων, κάνει
όλο και πιο ασταθή αυτή την κίνηση.
Επομένως, κάθε άλλο παρά «απρόβλεπτη» μπορεί να
χαρακτηριστεί η κίνηση των ευρωπαίων για καθυστέρηση της δόσης, κίνηση η οποία
εκθέτει τους εγχώριους κολαούζους της ΕΕ και τους αναδεικνύει στις πλέον
θλιβερές μορφές ακόμα και για τα δικά τους –αστικά- πρότυπα.
Αυτό μπορεί να εξηγήσει και τις εντάσεις μέσα στο
κυβερνητικό σχήμα και το πρωτοφανές στα μεταπολιτευτικά χρονικά γεγονός, να
καταψηφιστούν άρθρα από τον κορμό ενός νομοσχεδίου ή να υπάρχουν τόσες πολλές διαρροές στην ψήφιση του Μνημονίου. Η
ΝΔ μπορεί να φαίνεται σταθερή, όμως στο εσωτερικό της οι συγκρούσεις οξύνονται.
Το ΠΑΣΟΚ καταρρέει και ήδη επιχειρείται μια μεγάλη κίνηση εξόδου από πολλά
«ιστορικά» στελέχη, με άλλους να θέλουν να αποτινάξουν από πάνω τους τη
«ρετσινιά» της πολιτικής των Μνημονίων και άλλους να επιχειρούν να συγκροτήσουν
έναν πόλο ανασύνθεσης της φιλοευρωπαϊκής και φιλοτροϊκανής προσέγγισης. Η ΔΗΜΑΡ
προσπαθεί ανεπιτυχώς να κρατήσει αποστάσεις από την πολιτική της λιτότητας αλλά
συνάμα να συνεχίσει να αποτελεί τη «χρυσή εφεδρεία» και για μελλοντικές κυβερνήσεις.
Όλα αυτά συμπυκνώνουν και αποτυπώνουν όχι μόνο τακτικούς πολιτικούς
υπολογισμούς, αλλά και μια πρωτοφανή κρίση νομιμοποίησης που έχουν αυτές οι
πολιτικές και τα στοιχεία κρίσης ηγεμονίας
που αναδύονται.
Σε αυτό το φόντο, και επειδή το πραγματικό κόμμα της
αστικής τάξης είναι πάντα το κράτος, στο σύνολό του, και όχι τα πολιτικά
κόμματα μεμονωμένα, έχει τεράστιο ενδιαφέρον η διαφαινόμενη αυταρχική σκλήρυνση και η ταχύτατη μετάβαση
σε μια σύγχρονη εκδοχή κράτους έκτακτης ανάγκης.
Αυτό έχει ήδη δρομολογηθεί με τη σαρωτική νομοθετική
αναίρεση όλων σχεδόν των κοινωνικών κατακτήσεων, μέσα από αλλεπάλληλα
νομοθετικά πραξικοπήματα, με τη λογική της οικονομικής επιτροπείας, αλλά τώρα
και με την προσπάθεια πραγματικής περιστολής των δημοκρατικών ελευθεριών. Ο
συνδυασμός ανάμεσα στην αυταρχική στροφή – και με όρους αυτόνομων κέντρων στο
πλαίσιο μιας ιδιότυπης κρίσης του κράτους – των κατασταλτικών και δικαστικών
μηχανισμών, στην άνοδο της φασιστικής Χρυσής Αυγής ως πολιτικής συμπύκνωσης και
μιας τέτοιας αυταρχικής σκλήρυνσης, και η συνειδητή πολιτική επένδυση του ΠΑΣΟΚ
αρχικά και κυρίως της ΝΔ τώρα σε μια «σιδερόφραχτη» δημοκρατία, με επιστροφή σε
πρακτικές λογοκρισίας, απαγόρευσης μορφών μαζικής διαμαρτυρίας, ποινικοποίησης
συλλογικών πρακτικών, νέων «ιδιώνυμων» για τους διαδηλωτές συγκλίνουν στην ίδια
κατεύθυνση. Άλλωστε, το κυβερνητικό
κέντρο γύρω από το Σαμαρά δείχνει ότι έχει προεξοφλήσει ότι άλλος δρόμος για να
αντέξει η διαδικασία μέχρι να φανεί ότι βγαίνει το «καλό σενάριο» δεν υπάρχει.
Μόνο που όταν αυτονομούνται κέντρα και υπάρχει ανερχόμενο πολιτικό ρεύμα
καταλύτης (που λειτουργεί και ως βασική αναφορά αυτών των μηχανισμών) για την
ανασύνθεση της «σύνολης δεξιάς», η αυταρχική θωράκιση δεν είναι βέβαιο ότι θα
περιοριστεί στα όρια που οραματίζεται ο κάθε Δένδιας, ιδίως από τη στιγμή που και η ΕΕ έχει δείξει ότι μπορεί να
συνυπάρχει με ακραία συντηρητικές και αυταρχικές πολιτικές πρακτικές στο
εσωτερικό της…
Ξέρω πως έχω κουράσει, όμως μια ανάλυση της συγκυρίας νομίζω
ότι είναι απαραίτητη για να μπορέσουμε να ψηλαφίσουμε τον τρόπο που πρέπει να κινηθεί το επόμενο διάστημα η Αριστερά και
το λαϊκό κίνημα.
Και μιας και ανέφερα την Αριστερά, να σημειώσω σε αυτό το
σημείο το εξής: το παραπάνω πολιτικό τοπίο, όπως περιγράφτηκε, δεν συνεπάγεται και την αυτόματη πορεία
προς την εξουσία ως «ώριμο φρούτο» για την Αριστερά.
Το ότι η Χρυσή Αυγή κατορθώνει και εγκλωβίζει μεγάλο
μέρος λαϊκών και μικροαστικών στρωμάτων, αποτελεί σημείο πολύ ανησυχητικό την
Αριστερά. Στην πραγματικότητα σήμερα η άνοδος της Χρυσής Αυγής αποκόπτει την
Αριστερά από το νέο κύμα αποδέσμευσης πολιτικών εκπροσωπήσεων από τα μνημονιακά
κόμματα, λειτουργεί ως ανάχωμα στην οικοδόμηση ενός πλατιού «ιστορικού μπλοκ»
που να αναδιατάσσει πλήρως τις κοινωνικές και πολιτικές εκπροσωπήσεις. Επίσης,
αποτελεί «επιτυχία» για τη φασιστική Χρυσή Αυγή το ότι κατορθώνει και σφραγίζει
πλευρές της ατζέντας στη δημόσια συζήτηση, συγκροτώντας τη δικής της
αντιδραστική «αντι-ηγεμονία» και μετατοπίζοντας πλευρές των κοινωνικών και
πολιτικών αντανακλαστικών και αναγνωρίσεων σε περισσότερο συντηρητικές
κατευθύνσεις. Αντίθετα, η Αριστερά –και κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ- μπορεί να κερδίζει
δημοσκοπικά, στο πλαίσιο μιας ψήφου εναλλαγής, αλλά αδυνατεί να σφραγίσει με
τον ίδιο τρόπο την ατζέντα. Και πώς να το κάνει άλλωστε, όταν παραμένει
απροετοίμαστη για το ενδεχόμενο της ρήξης με το ευρώ, όταν ελπίζει στην
αναδιαπραγμάτευση, όταν κινείται με την πεποίθηση ότι για κάποιο λόγο οι
Ευρωπαίοι θα συναινέσουν στην αποφασιστικότητα μιας αριστερής κυβέρνησης (την
ώρα που πιέζουν αλύπητα και δεν δίνουν κανένα περιθώριο ελιγμού σε μια πολύ πιο
φιλική προς αυτούς κυβέρνηση). Σε ποιο
βαθμό αυτή η Αριστερά έχει βγει να πει ότι υπάρχει άλλος δρόμος, για την
ανοικοδόμηση μιας κοινωνίας, αναγκαστικά σε ρήξη με το ευρώ και το χρέος; Σε
ποιο βαθμό έχει οικοδομήσει τόσο στο κίνημα όσο και στην αλληλεγγύη εκείνη την
αυτοπεποίθηση ότι μπορεί αυτός ο λαός να κερδίσει στηριζόμενος στις δικές του
δυνάμεις; Σε ποιο βαθμό έχει δείξει ότι είναι κάτι ριζικά διαφορετικά άλλο από
την αριστερή εκδοχή του υπάρχοντος; Σε τελική ανάλυση, σε ποιο βαθμό έχει
δείξει ότι μπορεί να αντέξει τον ιδιότυπο εμφύλιο πόλεμο που είναι μπροστά μας;
Όμως, θα ήταν λάθος να πούμε ότι όλα είναι
προδιαγεγραμμένα και αυτό που θα ζήσουμε θα είναι ένα ιντερλούδιο μιας αμήχανης
Αριστεράς μέχρις ότου επιστρέψει στην εξουσία η ανασύνθεση της Δεξιάς, ως
υβρίδιο Βορίδη και Μιχαλολιάκου. Άλλωστε,
δεν φτάσαμε ως εδώ μόνο με τις πρωτοβουλίες των ηγεσιών της Αριστεράς και ιδίως
του ΣΥΡΙΖΑ. Το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο σφραγίστηκε και από μεγάλες
δυναμικές: τεράστιοι αγώνες που σφυρηλάτησαν αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα
και έφτιαξαν νέες συλλογικότητας, πειράματα αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης, μια
δημόσια σφαίρα όπου κυκλοφόρησαν και είχαν απήχηση αυθεντικές εναλλακτικές
προτάσεις με αφετηρία τη ρήξη με το ευρώ. Μια
κρίσιμη πολιτική, κινηματική, θεωρητική, προγραμματική μαγιά.
Αυτήν ακριβώς τη μαγιά πρέπει να αξιοποιήσουμε, αν
θέλουμε πραγματικά να απαλλαγούμε από τις βάρβαρες πολιτικές λιτότητας, από τη
μνημονιακή επιτροπεία, από τις θυσίες ενός ολόκληρου λαού για μια χούφτα
συμφερόντων του Κεφαλαίου, από την ιμπεριαλιστική ΕΕ ,το χρέος και την ανέχεια
που αυτή φέρνει.
Αυτή τη στιγμή που κλυδωνίζονται όσο ποτέ από τις ίδιες
τους τις αντιθέσεις κι αντιφάσεις, ο λαός επιβάλλεται να προκαλέσει τον
κοινωνικό σεισμό που θα τους ρίξει στα τάρταρα μια και καλή. Η ευκαιρία για τον
λαϊκό παράγοντα να επέμβει καταλυτικά στη διαμόρφωση της ιστορίας αυτού του
τόπου, είναι σήμερα μεγαλύτερη από ποτέ. Χωρίς αυταπάτες ανάθεσης και δίχως
τάσεις αναχωρητισμού, καθένας και καθεμιά από μας να βρεθούμε στο δρόμο, να
πάρουμε τις ζωές μας στα χέρια μας, να ενώσουμε φωνές γροθιές κι ελπίδες και να
έρθουμε πιο κοντά στην κοινωνική χειραφέτηση.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
