Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλμπερτ Αϊνστάιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άλμπερτ Αϊνστάιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Άλμπερτ Αϊνστάιν: Γιατί σοσιαλισμός; (Μέρος ΙΙ)



Σε συνέχεια του άρθρου  “Άλμπερτ Αϊνστάιν: Γιατί Σοσιαλισμός (Μέρος Ι)”  ,δημοσιεύεται το κείμενο του μεγάλου επιστήμονα και διανοητή αυτούσιο, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Monthly Review to 1949. Ένας Αϊνστάιν που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός σε μας και που εντέχνως έχει περάσει στα “ψιλά”…
Οι υπογραμμίσεις στο κείμενο έχουν γίνει από εμένα.
____________________________________
Ας εξετάσουμε πρώτ’ απ’ όλα το ζήτημα αυτό από την άποψη της επιστημονικής γνώσης. Μπορεί να φανεί ότι δεν υπάρχουν ουσιαστικές μεθοδολογικές διαφορές ανάμεσα στην αστρονομία και την οικονομία: οι επιστήμονες και στους δύο τομείς προσπαθούν να ανακαλύψουν τους νόμους, που έχουν γενική εφαρμογή σε ορισμένες ομάδες φαινομένων; για να κάνουν την αμοιβαία σχέση των φαινομένων αυτών όσο γίνεται πιο κατανοητή. Αλλά τέτοιες μεθοδολογικές διαφορές υπάρχουν στην πραγματικότητα. Η ανακάλυψη των γενικών νόμων στον τομέα της οικονομίας είναι δυσκολότερη γιατί τα υπό παρατήρηση οικονομικά φαινόμενα, επηρεάζονται συχνά από πολλούς παράγοντες, που είναι πάρα πολύ δύσκολο να εκτιμηθούν ξεχωριστά. Εκτός από αυτό, η πείρα που συγκεντρώθηκε από την αρχή της λεγόμενης πολιτισμένης περιόδου της ανθρώπινης ιστορίας, υποβάλλονταν και υποβάλλεται, ως γνωστόν, σε σοβαρές επιδράσεις και περιορισμούς όχι μόνο οικονομικού χαρακτήρα. Για παράδειγμα, οι περισσότερες μεγάλες δυνάμεις στην ιστορία οφείλουν την ύπαρξη τους στις κατακτήσεις. Οι λαοί κατακτητές εδραιώνονταν νομικά και οικονομικά ως προνομιούχα τάξη στην κατακτημένη χώρα… Πουθενά δεν έχει ξεπεραστεί πραγματικά εκείνο που ο Βέμπλεν αποκαλεί «ληστρική φάση» ανάπτυξης της ανθρωπότητας. Ορισμένα οικονομικά γεγονότα, που παρατηρούμε, αφορούν τη φάση αυτή και μάλιστα οι νόμοι, που μπορούμε να εξάγουμε από αυτά, δεν είναι εφαρμόσιμοι σε καμιά άλλη φάση. Δεδομένου ότι ο πραγματικός σκοπός του σοσιαλισμού είναι ακριβώς να ξεπεράσει τη «ληστρική φάση» στην ανάπτυξη της ανθρωπότητας και να προχωρήσει προς τα εμπρός, η οικονομική επιστήμη στη σημερινή κατάστασή της μπορεί να ρίξει μόνο ένα πολύ ασήμαντο φως στη σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος.
Δεύτερο, ο σκοπός του σοσιαλισμού είναι κοινωνικοηθικός. Η επιστήμη δεν μπορεί να δημιουργεί σκοπούς και είναι ακόμη λιγότερο ικανή να τους εμφυσήσει στους ανθρώπους. Το μέγιστο που μπορεί να κάνει η επιστήμη είναι να προσφέρει τα μέσα για την επίτευξη ορισμένων σκοπών. Αλλά αυτοί καθεαυτοί οι σκοποί επιτυγχάνονται από προσωπικότητες με υψηλά ηθικά ιδανικά και, αν οι σκοποί αυτοί δεν είναι θνησιγενείς αλλά βιώσιμοι και ισχυροί, τους υπoστηρίζουν και τους αναπτύσσουν πολλοί άνθρωποι, που καθορίζουν εν μέρει υποσυνείδητα την αργή εξέλιξη της κοινωνίας.
Λόγω των αιτίων αυτών οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να μην υπερεκτιμούμε την επιστήμη και τις επιστημονικές μεθόδους, όταν η υπόθεση αφορά ανθρώπινα προβλήματα. Δεν πρέπει επίσης να σκεφτόμαστε ότι μόνο οι ειδικοί έχουν το δικαίωμα να διατυπώνουν τη γνώμη τους για τα ζητήματα οργάνωσης της κοινωνίας.
Τελευταία ακούγονται πάρα πολλές φωνές ότι η ανθρώπινη κοινωνία περνάει κρίση, ότι η σταθερότητά της έχει κλονιστεί σοβαρά. Η κατάσταση αυτή χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι τα άτομα αδιαφορούν ή ακόμα και εχθρεύονται τις μικρές ή μεγάλες ομάδες όπου ανήκουν. Για να δείξω τι εννοώ, επιτρέψτε να επικαλεστώ την προσωπική μου πείρα. Πρόσφατα, συζητώντας με έναν έξυπνο και αξιόπιστο άνθρωπο για την απειλή πολέμου που, κατά τη γνώμη μου, θα αποτελούσε σοβαρό κίνδυνο για την ίδια την ύπαρξη της ανθρωπότητας, διαπίστωσα ότι μόνο μια υπερεθνική οργάνωση μπορεί να μας προφυλάξει από τον κίνδυνο αυτό. Σχετικά με αυτό ο συνομιλητής μου, μου είπε πολύ ήρεμα και ψυχρά: «Μα γιατί φοβόσαστε τόσο την εξαφάνιση της ανθρώπινης φυλής;».
Είμαι βέβαιος ότι μόλις έναν αιώνα πριν κανείς δε θα έκανε παρόμοια παρατήρηση με τόση ευκολία. Πρόκειται για δήλωση ανθρώπου που μάταια προσπαθούσε να βρει ισορροπία μέσα του και έχασε πρακτικά την ελπίδα για επιτυχία. Ποια όμως είναι η αιτία; Υπάρχει διέξοδος;
Ο άνθρωπος είναι ταυτόχρονα προσωπικότητα και κοινωνικό ον. Ως προσωπικότητα πρoσπαθεί να προστατεύσει τη δική του ύπαρξη και την ύπαρξη των οικείων του, να ικανοποιήσει τις προσωπικές τους επιθυμίες και να αναπτύξει τις ικανότητές του. Σαν κοινωνικό ον επιδιώκει να κερδίσει την αναγνώριση και την αγάπη των άλλων ανθρώπων, να συμμεριστεί τις χαρές τους, να τους παρηγορήσει στη λύπη, να καλυτερέψει τους όρους ζωής τους. Μόνο η ύπαρξη αυτών των διαφόρων, συχνά αντιφατικών επιδιώξεων καθορίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του ανθρώπου και από τους ιδιόμορφους συνδυασμούς τους εξαρτάται ο βαθμός που το άτομο μπορεί να πετύχει την εσωτερική ισορροπία και να συμβάλει στην ευημερία της κοινωνίας. Είναι εντελώς δυνατό η σχετική δύναμη των δυο αυτών επιδιώξεων να είναι βασικά προσδιορισμένη από την κληρονομικότητα. Αλλά η προσωπικότητα διαμορφώνεται οριστικά στο περιβάλλον, όπου ο άνθρωπος βρίσκεται στη διαδικασία της ανάπτυξής του, από τη διάρθρωση της κοινωνίας όπου μεγαλώνει, από τις παραδόσεις της κοινωνίας αυτής, από το πώς εκτιμά τους διάφορους τύπους συμπεριφοράς. Η αφηρημένη έννοια «κοινωνία» σημαίνει για το ατoμικό ανθρώπινο ον το σύνολο των άμεσων και έμμεσων αμοιβαίων σχέσεων με τους σύγχρονούς του και με όλες τις προηγούμενες γενεές. Το άτομο είναι σε θέση να σκέπτεται, να νοιώθει, να προσπαθεί να εργαστεί αυτοτελώς, αλλά εξαρτάται τόσο πολύ από την κοινωνία στη φυσική, διανοητική και συναισθηματική ύπαρξή του, που είναι αδύνατο να σκέπτεται γι’ αυτήν ή να την κατανοεί εκτός των πλαισίων της κοινωνίας. Η «κοινωνία» αυτή εξασφαλίζει στον άνθρωπο τροφή, ενδυμασία, κατοικία, εργαλεία εργασίας, τον προικίζει με γλώσσα, με τις μορφές και το βασικό περιεχόμενο των σκέψεων. Η ζωή του είναι δυνατή χάρη στην εργασία και στα επιτεύγματα πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων στο παρελθόν και στο παρόν, όλων εκείνων που κρύβονται πίσω από τη μικρή λέξη «κοινωνία» …
O άνθρωπος κατά τη γέννησή του χάρη στην κληρονομικότητα αποκτά βιολογική σύσταση, που πρέπει να τη θεωρούμε καθορισμένη και αμετάβλητη, η οποία περιλαμβάνει φυσικές επιδιώξεις που είναι χαρακτηριστικές για τα ανθρώπινα όντα. (Όπως αναφέραμε παραπάνω, η βιολογική φύση του ανθρώπου δεν μπορεί να αλλάξει για πρακτικούς λόγους). Εκτός από αυτό, στη διάρκεια της ζωής του αποκτά πολιτιστική ψυχοσύνθεση, που την παίρνει από την κοινωνία μέσω της επικοινωνίας και με πολλά άλλα είδη επίδρασης… Η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπινων υπάρξεων μπορεί να διαφέρει πολύ ανάλογα με τα επικρατούντα πολιτιστικά πρότυπα και τύπους οργάνωσης που κυριαρχούν στην κοινωνία. Σε αυτό ακριβώς βασίζουν τις ελπίδες όσοι επιδιώκουν να καλυτερέψουν την τύχη του ανθρώπου: οι άνθρωποι δεν είναι καταδικασμένοι λόγω της βιολογικής τους ψυχοσύνθεσης να αλληλοεξοντώνονται ή να παραδίδονται στο έλεος της σκληρής και αναπόφευκτης μοίρας.
Αν αναρωτηθούμε πώς πρέπει να αλλάξουμε τη διάρθρωση της κοινωνίας και του πολιτισμού της για να γίνει πιο ευνοϊκή η ανθρώπινη ζωή, πρέπει να θυμούμαστε ότι πάντα υπάρχουν ορισμένες συνθήκες που δεν μπορούμε να τις αλλάξουμε. Πολύ περισσότερο, οι τεχνoλογικές και δημογραφικές διαδικασίες μερικών τελευταίων αιώνων δημιούργησαν συνθήκες που είναι επίσης αμετάβλητες. Στις περιοχές με μόνιμο και πυκνό πληθυσμό η παραγωγή των αναγκαίων για τη ζωή αγαθών προϋποθέτει υποχρεωτικά τον καταμερισμό της εργασίας και μια μεγάλη συγκέντρωση παραγωγικού μηχανισμού. Η εποχή που τα άτομα ή συγκριτικά μικρές ομάδες μπορούσαν να έχουν πλήρη επάρκεια, η οποία όταν κοιτάμε στα περασμένα μας φαίνεται τόσο ειδυλλιακή, έφυγε μια για πάντα. θα είναι απλώς μια μικρή υπερβολή αν πούμε ότι από την άποψη της παραγωγής και κατανάλωσης η ανθρωπότητα αποτελεί σήμερα κιόλας μια παγκόσμια κοινότητα.
Τώρα μπορώ να προσδιορίσω σύντομα την ουσία της σημερινής κρίσης. Πρόκειται για τη στάση του ατόμου απέναντι στην κοινωνία. Το άτομο συνειδητοποιεί σε μεγαλύτερο βαθμό παρά ποτέ άλλοτε την εξάρτησή του από την κοινωνία. Όμως δεν εκλαμβάνει την εξάρτηση αυτή ως θετικό φαινόμενο, ως οργανική σχέση, ως προστατευτική δύναμη, αλλά μάλλον ως απειλή κατά των φυσικών του δικαιωμάτων ή ακόμα και κατά της οικονομικής του ύπαρξης. Πολύ περισσότερο, η θέση του στην κοινωνία είναι τέτοια που οι εγωιστικές επιδιώξεις του αυξάνουν συνεχώς, ενώ οι κοινωνικές, πιο αδύνατες από τη φύση τους επιδιώξεις του, όλο και πιο πολύ καταρρέουν. Όλοι οι άνθρωποι ανεξάρτητα από τη θέση τους στην κοινωνία υποφέρουν από τη διαδικασία αυτή. Αιχμάλωτοι του εγωισμού τους, χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνoνrαι, νοιώθουν ανυπεράσπιστοι, μοναχικοί, στερημένοι από την ικανότητα, με αφέλεια, απλά και απερίσκεπτα να χαίρονται τη ζωή. 0 άνθρωπος μπορεί να βρει νόημα στη ζωή – που είναι τόσο σύντομη και γεμάτη κινδύνους – μόνο αφιερώνοντας τον εαυτό του στην κοινωνία.
Η οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως υπάρχει σήμερα, είναι κατά τη γνώμη μου η πραγματική πηγή του κακού. Βλέπουμε μια τεράστια μάζα παραγωγών που πασχίζουν ακατάπαυστα να αφαιρέσουν ο ένας από τον άλλο τους καρπούς της συλλογικής εργασίας τους – όχι με τη βία, αλλά σύμφωνα με τους νόμιμα καθιερωμένους κανόνες. Από την άποψη αυτή είναι σημαντικό ότι τα μέσα παραγωγής, δηλαδή όλες οι παραγωγικές δυνάμεις, απαραίτητα για την παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων, καθώς και οι ολοένα νέες επενδύσεις μπορούν να είναι νόμιμα και κατά το μεγαλύτερο μέρος αποτελούν ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών προσώπων.
Για απλοποίηση θα αποκαλώ στη συνέχεια «εργάτες» όσους δεν ανήκουν στους ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, αν και αυτό δεν αντιστοιχεί πλήρως στη συνηθισμένη χρήση του όρου αυτού. 0 ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής είναι σε θέση να αποκτά εργατική δύναμη. Χρησιμοποιώντας τα μέσα παραγωγής, ο εργάτης παράγει νέα εμπορεύματα που γίνονται ιδιοκτησία του καπιταλιστή. Εδώ έχει ακριβώς σημασία η συσχέτιση της πραγματικής αξίας αυτού που ο εργάτης παράγει και εκείνου που του πληρώνουν. Όσο καιρό η σύμβαση εργασίας είναι «ελεύθερη», αυτό που παίρνει ο εργάτης δεν καθορίζεται από την πραγματική αξία των παραγόμενων από αυτόν εμπορευμάτων, αλλά από τις ελάχιστες ανάγκες του και την προσφορά και ζήτηση εργατικής δύναμης από τους καπιταλιστές. Έχει σημασία να καταλάβουμε ότι ακόμη και στη θεωρία η αμοιβή του εργάτη δεν καθορίζεται από την αξία αυτού που έχει παράγει.
Βρισκόμαστε μπροστά στην τάση του ιδιωτικού κεφαλαίου προς την όλο και μεγαλύτερη συγκέντρωση. Εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού των καπιταλιστών, εν μέρει γιατί η ανάπτυξη της τεχνολογίας και ο αυξανόμενος καταμερισμός της εργασίας ενθαρρύνουν το σχηματισμό μεγαλύτερων παραγωγικών μονάδων σε βάρος των μικρών. Αποτέλεσμα της ανάπτυξης αυτής είναι η ολιγαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου, η κολοσσιαία εξουσία του οποίου δεν μπορεί να ελέγχεται αποτελεσματικά ακόμη και σε μια δημοκρατική κοινωνία. Αυτό συμβαίνει, γιατί τα μέλη των νομοθετικών οργάνων εκλέγονται από τα πολιτικά κόμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται και επηρεάζονται βασικά από τους ιδιώτες επιχειρηματίες, που επιδιώκουν για πρακτικούς σκοπούς να απομακρύνουν το εκλογικό σώμα από τους νομοθέτες. Σαν αποτέλεσμα οι αντιπρόσωποι του λαού δεν υπερασπίζονται αποτελεσματικά τα συμφέροντα των μη προνομιούχων ομάδων του πληθυσμού. Πολύ περισσότερο, στις υπάρχουσες συνθήκες οι ιδιώτες επιχειρηματίες ελέγχουν αναπόφευκτα τις κύριες πηγές πληροφόρησης (τύπο, ραδιόφωνο, εκπαίδευση). Για το λόγο αυτό, ο απλός πολίτης είναι πολύ δύσκολο και στις περισσότερες περιπτώσεις απλώς αδύνατο να καταλήξει σε αντικειμενικά συμπεράσματα και να ασκεί με εξυπνάδα τα πολιτικά του δικαιώματα.
Η κατάσταση που επικρατεί στην οικονομία, βασιζόμενη στην καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία, χαρακτηρίζεται επομένως από δυο κύριες αρχές: πρώτο, τα μέσα παραγωγής (κεφάλαιο), αποτελούν ατομική ιδιοκτησία και οι ιδιοκτήτες τα διαχειρίζονται κατά την κρίση τους. Δεύτερο, η σύμβαση εργασίας είναι ελεύθερη. Φυσικά από την άποψη αυτή δεν υπάρχει καθαρή καπιταλιστική κοινωνία.
Πρέπει ιδιαίτερα να σημειώσουμε ότι οι εργάτες, χάρη στη μακροχρόνια και έντονη πολιτική πάλη σημείωσαν επιτυχίες εξασφαλίζοντας σε ορισμένες κατηγορίες εργατών «βελτιωμένη» μορφή ελεύθερης σύμβασης εργασίας. Αλλά η σημερινή οικονομία στο σύνολό της διαφέρει κατά πολύ από τον «καθαρό» καπιταλισμό.
Η παραγωγή πραγματοποιείται για χάρη του κέρδους και όχι για το όφελος, αλλά δεν υπάρχει εγγύηση ότι όλοι, όσοι θέλουν και μπορούν να εργαστούν, θα μπορέσουν σίγουρα να βρουν δουλειά. Σχεδόν πάντα υπάρχει στρατιά ανέργων. 0 εργάτης φοβάται συνεχώς να μη χάσει τη δουλειά του. Επειδή οι άνεργοι και οι χαμηλόμισθοι εργάτες δεν αποτελούν προσοδοφόρα αγορά, η παραγωγή καταναλωτικών εμπορευμάτων είναι περιορισμένη με αποτέλεσμα να υπάρχουν σοβαρές δυσκολίες. Η τεχνική πρόοδος οδηγεί συχνά στην αύξηση της ανεργίας και όχι στην ελάφρυνση από τα βάρη της εργασίας. O προσανατολισμός στο κέρδος σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό των καπιταλιστών είναι η αιτία της αστάθειας στη συσσώρευση και τη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, πράγμα που οδηγεί σε όλο και πιο σοβαρές καταστάσεις ύφεσης. O απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη σπατάλη εργασίας και έτσι παραμορφώνει την κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων, όπως ανάφερα πιο πάνω.
Θεωρώ την παραμόρφωση αυτή των προσωπικοτήτων το μεγαλύτερο κακό του καπιταλισμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει από αυτό το κακό. Το υπέρμετρο αίσθημα του ανταγωνισμού εμφυτεύεται στους φοιτητές, που τους μαθαίνουν να θέτουν υπεράνω την επιτυχία, ως προετοιμασία για τη μελλοντική καριέρα.
Είμαι πεισμένος ότι μόνο ένας δρόμος υπάρχει για να μπει τέλος σε όλο αυτό το κακό, δηλαδή η δημιουργία της σοσιαλιστικής οικονομίας με το αντίστοιχο σε αυτή σύστημα παιδείας, προσανατολισμένης σε κοινωνικούς σκοπούς. Σε μια τέτοια οικονομία η κοινωνία κατέχει τα μέσα παραγωγής και τα διαχειρίζεται με βάση το σχεδιασμό. Η σχεδιασμένη οικονομία πρoσαρμόζει την παραγωγή στις ανάγκες της κοινωνίας, κατανέμει την εργασία στους ικανούς για εργασία και εγγυάται τα μέσα προς το ζειν για κάθε άνδρα, γυναίκα και παιδί. Αντί για την εξύμνηση της εξουσίας και της επιτυχίας, όπως γίνεται στη σημερινή μας κοινωνία, η παιδεία που συμπληρώνεται με την ανάπτυξη των εσωτερικών ικανοτήτων της προσωπικότητας, θα αποβλέπει στην ανάπτυξη σε αυτή της συναίσθησης της ευθύνης για τους άλλους ανθρώπους.
Ωστόσο, πρέπει να θυμούμαστε ότι η σχεδιασμένη οικονομία δε σημαίνει ακόμα σοσιαλισμός. Η σχεδιασμένη οικονομία αυτή καθεαυτή μπορεί να συνοδεύεται από την πλήρη υπoδούλωση της προσωπικότητας. Η επίτευξη του σοσιαλισμού απαιτεί την επίλυση ορισμένων εξαιρετικά δύσκολων κοινωνικοπολιτικών προβλημάτων. Πώς, λόγου χάρη, παίρνοντας υπόψη το βάθεμα της συγκέντρωσης της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας θα αποτραπεί η μετατροπή της γραφειοκρατίας σε δύναμη που κατέχει την πλήρη εξουσία. Πώς θα προστατευτούν τα δικαιώματα του ατόμου και ταυτόχρονα να υπάρχει εγγύηση ενός δημοκρατικού αντίβαρου στην εξουσία της γραφειοκρατίας. Οι σκοποί και τα προβλήματα του σοσιαλισμού δεν είναι τόσο απλά και η σαφής κατανόησή τους έχει μέγιστη σημασία στο μεταβατικό μας αιώνα. Δεδομένου ότι στις σημερινές συνθήκες η ελεύθερη, ανεμπόδιστη συζήτηση των πρoβλημάτων αυτών βρίσκεται πρακτικά υπό απαγόρευση, νομίζω ότι η έκδοση του περιοδικού αυτού («Monthly Review») Θα προσφέρει στην κοινωνία μεγάλη υπηρεσία.
___________________
(*) Το άρθρο του μεγάλου επιστήμονα και διανοητή Άλμπερτ Αϊνστάιν (1879-1955) δημοσιεύτηκε το 1949 στο 1ο τεύχος του αμερικανικού περιοδικού «Monthly Review»

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Αλμπερτ Αϊνστάιν: Γιατί σοσιαλισμός; (Μέρος Ι)




Την «παράλυση της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων», μέσω «του απεριόριστου ανταγωνισμού», ο Αλμπερτ Αϊνστάιν στις παραδόσεις του στους φοιτητές την ονόμαζε το «μέγιστο κακό του καπιταλισμού». Ο σοφός έλεγε στους ακροατές του ότι «τους εμφυσάται μια υπερβολική σκέψη ανταγωνισμού» και τους εκπαιδεύουν προς το σκοπό να θεωρούν την «αχόρταγη αρπακτικότητα επιτυχίας σαν προετοιμασία για τη μελλοντική τους καριέρα».
Και πώς αποφεύγεται αυτό το “μέγιστο κακό” ;.  Στο δοκίμιο «Why socialism» (γιατί σοσιαλισμός) που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1949 στο περιοδικό«Monthly Review», ο Αϊνστάιν έγραψε: «Είμαι περήφανος ότι υπάρχει μόνο ένας δρόμος για να απαλλαγεί κανείς απ’ αυτό το κακό, δηλαδή να εγκαθιδρυθεί το σοσιαλιστικό οικονομικό σύστημα, συνοδευόμενο από ένα εκπαιδευτικό σύστημα, προσανατολισμένο σε κοινωνικούς στόχους. Σε μια τέτοια οικονομία, τα παραγωγικά μέσα ανήκουν στην ίδια την κοινωνία και η χρησιμοποίησή τους σχεδιοποιείται. Μια σχεδιασμένη οικονομία, που ρυθμίζει την παραγωγή στην ανάγκη της κοινότητας, θα μοίραζε την εργασία, που πρέπει να πραγματοποιηθεί, ανάμεσα σε όλους που είναι σε θέση να εργαστούν και θα εγγυόταν σε κάθε άνδρα, σε κάθε γυναίκα και σε κάθε παιδί τα μέσα της ζωής. Η μόρφωση θα είχε στόχο, επιπροσθέτως προς την προαγωγή των φυσικών τους ικανοτήτων, τα άτομα να αναπτύξουν ένα αίσθημα ευθύνης για τους συνανθρώπους, αντί για την εξύμνηση της δύναμης και της επιτυχίας στην τωρινή κοινωνία μας».
(Αναδημοσίευση από το «Offensiu» του Ανόβερο, «περιοδικό για το σοσιαλισμό και την ειρήνη», τεύχος Νοέμβρη – Δεκέμβρη 2004).

Για τον Αϊνσταϊν
Πενήντα δύο χρόνια μετά το φυσικό θάνατο του Αϊνσταϊν η αίγλη και ο θαυμασμός για το επιστημονικό έργο του και την πλούσια σε βιώματα και επιστημονικές και κοινωνικές συγκινήσεις ζωή του παραμένει αναλλοίωτος. O Aϊνσταϊν πέρασε μια ζωή γεμάτη αντιφάσεις, καταγόμενος από μια χώρα γεμάτη αντιφάσεις. Έζησε και υπέφερε όλη τη λαμπρότητα και την αθλιότητα της γερμανικής ιστορίας του εικοστού αιώνα, όντας συνδιαμορφωτής και αργότερα θύμα του ίδιου δράματος. Η αντιπάθειά του προς την πρωσσική στρατοκρατική παράδοση τον οδήγησαν, ήδη δεκαπεντάχρονο, να αποφύγει τη στράτευση εγκαταλείποντας τη Γερμανία και καταφεύγοντας στην φιλελεύθερη και ουδέτερη Ελβετία.  Παραιτείται από τη γερμανική του υπηκοότητα, και παραμένει για πέντε χρόνια χωρίς υπηκοότητα, λόγω της αντιπάθειας που τρέφει προς τη γερμανική μιλιταριστική νοοτροπία. Η αποστροφή του προς κάθε μορφή εξουσίας επρόκειτο να τον συνοδεύσει σε όλη τη μετέπειτα ζωή του. Έχοντας ταξιδέψει και ζήσει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες αισθάνεται λιγότερο γερμανός και περισσότερο ευρωπαίος πολίτης και αργότερα πολίτης όλου του κόσμου, όντας αφιερωμένος στη επιστημονική έρευνα και την υπόθεση της παγκόσμιας ειρήνης και της δικαιοσύνης. Τη διεθνή αναγνώριση της επιστημονικής του συνεισφοράς, το βραβείο Νόμπελ και τις πολυάριθμες τιμητικές διακρίσεις που δέχτηκε στην πολυτάραχη ζωή του, τις θεώρησε απλώς ως αυξημένη υποχρέωση και ως μια χρήσιμη δυνατότητα για να κερδίσει τους συγχρόνους του για τη φιλοσοφική και πολιτική του ελπίδα για κοινωνική δικαιοσύνη, για αντίσταση και παγκόσμια ειρήνη.
Την ημέρα του θανάτου του, στις 18 Απριλίου του 1955, στο Πρίνστον της Αμερικής, τον διακατείχαν αισθήματα ανησυχίας παρά ελπίδας για την πορεία της Ανθρωπότητας. Η ίδια η Αμερική στο τέλος τον αντιμετώπιζε με μεγάλη καχυποψία. Μετά το Ναγκασάκι και τη Χιροσίμα καλούσε με επίμονο τρόπο όλους τους επιστήμονες να σταθούν στο ύψος της αποστολής τους και να αναλάβουν το μερίδιο της κοινωνικής τους ευθύνης. Μισούσε την τάση των κυβερνήσεων για όλο και μεγαλύτερη δύναμη και κυριαρχία και προσπαθούσε απεγνωσμένα να προβάλει το όραμά του για μια παγκόσμια ειρηνική διακυβέρνηση και μιαν ορθολογική πολιτική για τα πυρηνικά όπλα και τους εξοπλισμούς. Ζώντας σε δύσκολους καιρούς, στην περίοδο του ψυχρού πολέμου και του Μακαρθισμού στην Αμερική, δεν έπαψε να υποστηρίζει σθεναρά και με τόλμη τις πεποιθήσεις του, όπως δείχνει και το κείμενο που μεταφράσαμε, από το πρώτο τεύχος του περιοδικού Monthly Review, το Μάη του 1949 , με τίτλο : « Γιατί ο σοσιαλισμός ; ».
Στο κείμενο αυτό εκφράζει τις απόψεις του για την κοινωνική ανισότητα την κοινωνική κακοδαιμονία, την οικονομία, την πολιτική και το ζήτημα του σοσιαλισμού. Με την ειλικρίνεια και τη σεμνότητα που τον διακρίνει διατυπώνει τις απόψεις του πολύ προσεκτικά τονίζοντας ότι γνωρίζει πολύ καλά πως τα κοινωνικά και οικονομικά φαινόμενα δεν είναι εύκολο να τα προσεγγίσεις με μεθόδους των φυσικών επιστημών που αναζητούν κανονικότητες και γενικούς νόμους, επειδή τα κοινωνικά φαινόμενα είναι πολυπαραγοντικά και είναι πολύ δύσκολο να αξιολογηθούν χωριστά και συνολικά ταυτόχρονα. Σε μια σχετική επιστολή του, του 1949, αναφέρει χαρακτηριστικά : «Μοναδικό κίνητρο της επιστημονικής μου δουλειάς είναι η ακατανίκητη επιθυμία μου να κατανοήσω τα μυστικά της φύσης. Η αγάπη μου για τη δικαιοσύνη και ο αγώνας μου για τη βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών είναι εντελώς ανεξάρτητα απο τα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα ». Παρ’όλα αυτά οι σκέψεις που διατυπωνει στο κείμενό του αυτό δείχνουν έναν άνθρωπο ενημερωμένο και βαθειά προβληματισμένο για την παγκόσμια κατάσταση και τις προσδοκίες του για τις μελλοντικές τάσεις, τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις οργάνωσης μιας δημοκρατικής σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Διατυπώνει την άποψη ότι και ως μη ειδικός δικαιούται να διατυπώνει απόψεις για κοινωνικά και οικονομικά θέματα στηριζόμενος στην ιστορική εμπειρία που είναι προσιτή σε όλους όσοι παρακολουθούν την πορεία της λεγόμενης «πολιτισμένης περιόδου» της ανθρωπότητας. Τα αίτια της ιστορικής πορείας πιστεύει οτι δεν είναι μόνο οικονομικά, αλλά έχουν κοινωνικό και ιδεολογικό χαρακτήρα. Για το λόγο αυτό τονίζει οτι μόνη της η οικονομική επιστήμη δεν μπορεί να φωτίσει τις πιθανές μελλοντικές κοινωνικές εξελίξεις και τη μετάβαση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Πιστεύει οτι ο σοσιαλισμός έχει κοινωνικό και ηθικό σκοπό και ότι η επιστήμη απο μόνη της δεν είναι σε θέση να δημιουργήσει κοινωνικούς σκοπούς και να τους επιβάλλει στους ανθρώπους. Η επιστήμη μπορεί το πολύ πολύ να μας βοηθήσει να βρούμε τα μέσα για την επίτευξη των σκοπών. Πίστευε οτι την εποχή του τη χαρακτήριζε η τελειότητα των μέσων και η σύγχυση των σκοπών. Οι μελλοντικοί, καθοδηγητικοί στόχοι συλλαμβάνονται απο προσωπικότητες υψηλού ηθικού κύρους και αν είναι υλοποιήσιμοι προωθούνται απο όλους τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την εξέλιξη της κοινωνίας και όχι μόνο απο τους ειδικούς επιστήμονες. Πιστεύει οτι όλοι οι ενεργοί πολίτες έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται και να παρεμβαίνουν σε ζητήματα που αφορούν στην οργάνωση της κοινωνίας.
Εχοντας βιώσει δύο παγκόσμιους πολέμους γνωρίζει οτι η ανθρώπινη κοινωνία της εποχής του περνάει μια βαθειά κρίση και προβληματίζεται για την πιθανή διέξοδο. Εκτός απο την επίκληση των διδαγμάτων απο την ιστορία της ανθρωπότητας διατυπώνει και τις προσωπικές του ανθρωπολογικές πεποιθήσεις για τις βιολογικές και κοινωνικές καταβολές των ανθρώπινων τάσεων, πράξεων και παραλείψεων. Όπως μας λέει, ο ανθρωπος είναι και μοναχικό βιολογικό όν, που επιδιώκει την ικανοποίηση των εγωιστικών του περορμήσεων και κοινωνικό όν που χρειάζεται τη συμπόρευση, τη συμπάθεια και την υποστήριξη των συνανθρώπων του για μπορέσει να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του και να συμβάλλει με τον τρόπο του στην εξέλιξη και την ευημερία της κοινωνίας. Η διαμόρφωση της προσωπικότητας πιστεύει οτι οφείλεται σε μεγαλύτερο βαθμό στο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, στην παράδοση και τα κυρίαρχα κοινωνικά πρότυπα. «Κοινωνία» χαρακτηρίζει ο Αϊνστάϊν την ολότητα των άμεσων και έμμεσων σχέσεων του ατόμου με τους συγχρόνους του και την ολότητα των προηγούμενων γενεών. Η εξάρτηση του ανθρώπου απο την κοινωνία αποτελεί ένα γεγονός αναμφισβήτητο και καθοριστικό για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του κάθε ενός. Πάντως, όπως λέει ο ίδιος. « Η πραγματική αξία ενός ανθρώπου κρίνεται κυρίως απο το κατά πόσον έχει κατορθώσει να απελευθερωθεί απο το εγώ του»(1932). Σε μια άλλη επιστολή του 1931 γράφει : « Να χαίρεσαι με τις χαρές των άλλων και να υποφέρεις μαζί τους – αυτοί είναι οι καλύτεροι οδηγοί για τον άνθρωπο ».
Αντικρούοντας τις κυρίαρχες απόψεις της εποχής του, για τον κοινωνικό Δαρβινισμό, υποστηρίζει την άποψη οτι η βιολογική σύσταση του ανθρώπου μπορεί να είναι μεν παγιωμένη όμως κατά την διάρκεια της ζωής του αποκτά και μιά πολιτισμική σύσταση που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη σχέση με τους συνανθρώπους και την κοινωνία. Επικαλούμενος μελέτες της Ανθρωπολογίας, της εποχής του, εκφράζει την αισιόδοξη άποψη οτι οι άνθρωποι δεν είναι δέσμιοι της βιολογικής τους συγκρότησης αλλά μπορούν να βελτιώσουν την κοινωνική τους συμπεριφορά και μοίρα, με τη βοήθεια της εκπαίδευσης, της κοινωνικής συναναστροφής και της υιοθέτησης ανάλογων κοινωνικών, πολιτισμικών και αξιακών προτύπων. Προσωπικά πιστεύει οτι « η ζωή του ατόμου αποκτά νόημα μόνο όταν βοηθά να γίνει ευγενέστερη και ωραιότερη η ζωή κάθε όντος. Η ζωή είναι ιερή, είναι δηλαδή η υπέρτατη αξία στην οποία υπόκεινται οι άλλες» (1934). «Μόνο αν ζείς για τους άλλους αξίζει να ζείς» (1932).
Γνωρίζοντας οτι οι τεχνολογικές και δημογραφικές συνθήκες της εποχής του έχουν οδηγήσει σε υπερσυγκεντρωτικούς τρόπους οργάνωσης της κοινωνίας και της εργασίας αναζητά τα αίτια της κοινωνικής κρίσης του εικοστού αιώνα. Την αιτία του κακού τη βρίσκει στην ατομιστική, οικονομική αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας και στις ανταγωνιστικές, ωφελιμιστικές σχέσεις ατόμων και κοινωνικών ομάδων. Με τη δοσμένη οργάνωση της κοινωνίας και της οικονομίας διαπιστώνει οτι οι εγωϊστικές προδιαθέσεις των ανθρώπων αυξάνονται σταθερά ενώ οι κοινωνικές του τάσεις δυσκολεύονται να βελτιωθούν. Οι άνθρωποι, μας λέει , «φυλακισμένοι χωρίς να το γνωρίζουν, στον εγωισμό τους, αισθάνονται ανασφαλείς, μόνοι και στερημένοι απο την αφελή, απλή και ανεπιτήδευτη απόλαυση της ζωής». Στη βάση της κακοδαιμονίας και αδικίας βρίσκεται, κατά τη διατύπωσή του, ο τρόπος που είναι οργανωμένη η παραγωγική διαδικασία και η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.
Εχοντας ζήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του στην Αμερική είχε γνωρίσει απο κοντά την τεράστια δύναμη της ολιγαρχίας του ιδιωτικού κεφαλαίου και τη διαπλοκή του με την πολιτική εξουσία. Ο έλεγχος της οικονομικής και της πολιτικής ζωής ολοκληρώνεται, κατά τη γνώμη του, απο τον έλεγχο της πληροφόρησης και της εκπαίδευσης με αποτέλεσμα, ακόμη και σε τυπικά δημοκρατικά οργανωμένες κοινωνίες, οι πολίτες να μην είναι σε θέση να κάνουν σωστή χρήση των πολιτικών και των κοινωνικών τους δικαιωμάτων. Το κίνητρο του κέρδους συνδυασμένο με τον ασίγαστο ανταγωνισμό σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, συνδυασμένο και με την αντιπαλότητα ανάμεσα στους καπιταλιστές είναι, όπως πιστεύει, υπεύθυνο για την αστάθεια στη συσσώρευση και στη χρησιμοποίηση του κεφαλαίου, που οδηγεί τελικά σε οικονομική δυσπραγία. «Ο ανταγωνισμός χωρίς όρια οδηγεί σε τεράστια σπατάλη εργασίας και στην κάμψη της κοινωνικής συνείδησης των ατόμων».
Μοναδική διέξοδο απο τα δεινά της ανθρωπότητας, βλέπει ο Αϊνστάϊν, την εγκαθίδρυση μιας σοσιαλιστικής οικονομίας που να συνοδεύεται απο μια τολμηρή εκπαιδευτική μεταρύθμιση για τον προσανατολισμό των νέων ανθρώπων σε κοινωνικούς και όχι ατομιστικούς στόχους.
Τα μέσα παραγωγής θα πρέπει, μας λέει, να ανήκουν στην ίδια την κοινωνία και να χρησιμοποιούνται με σχεδιασμένο τρόπο, με σκοπό την ικανοποίηση των πραγματικών αναγκών της κοινότητας.
Υποψιασμένος ήδη για τους κινδύνους που απειλούν την κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία και τη σοσιαλιστική κοινωνία, τονίζει την πεποίθησή του οτι σχεδιασμένη οικονομία και σοσιαλισμός δεν είναι συνώνυμα. Μπορεί μια σχεδιασμένη οικονομία αν συνοδεύεται απο πλήρη υποδούλωση του ατόμου. Διαβλέπει τους κινδύνους που μπορεί να συνεπάγεται η συγκέντρωση της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας σε μια γραφειοκρατία και προβληματίζεται για τη δυνατότητα προστασίας των δικαιωμάτων του ατόμου με τη δημιουργία ενός δημοκρατικού αντίβαρου. Βλέπει την επίτευξη του σοσιαλισμού ως ένα δύσκολο εγχείρημα που απαιτεί την επίλυση πολύ δύσκολων κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών προβλημάτων. Τέλος υπογραμμίζει την ανάγκη ιδεολογικής καθαρότητας ως προς τους σκοπούς και τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων εγκαθίδρυσης του σοσιαλισμού, στην εποχή του ψυχρού πολέμου, γράφοντας μάλιστα κάτω απο συνθήκες Μακαρθικής λογοκρισίας και τρομοκρατίας. Η τόλμη του να γράψει αυτό το κείμενο για το σοσιαλισμό, στο όποίο εκθέτει ανοικτά τις ιδεολογικές του προτιμήσεις, δείχνει τον τολμηρό και υπεύθυνο επιστήμονα που αναλαμβάνει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί για την αλλαγή πορείας της ανθρωπότητας, με γνώμονα τις πανανθρώπινες αξίες για δικαιοσύνη και κοινωνική απελευθέρωση. Κατά τη γνώμη του «Μοναδικός τρόπος για να σωθεί ο πολιτισμός και το ανθρώπινο γένος είναι να δημιουργηθεί μια παγκόσμια κυβέρνηση και να θεμελιωθεί η ασφάλεια των εθνών πάνω στο νόμο» (1945). Θεωρώντας οτι η πολιτική είναι πολύ πιό δύσκολη απο την φυσική υποστήριζε την άποψη οτι : «αν δεν είναι ρεαλιστική η ιδέα μιας παγκόσμιας κυβέρνησης τότε μιά μόνο ρεαλιστική άποψη του μέλλοντός μας υπάρχει : γενικευμένη καταστροφή του ανθρώπου απο τον άνθρωπο» (1948).

( Σημείωση : Οι φράσεις σε εισαγωγικά και η χρονολόγησή τους έγινε με βάση τη σταχυολόγηση σκέψεων του Αινσταιν που επιμελήθηκε η Alice Calaprice και κυκλοφόρησε στα ελληνικά απο τις εκδόσεις Κάτοπτρο, με τίτλο : «Εγώ, ο Αλμπερτ Αϊνσταϊν…», Αθήνα 1998 )

-Στο δεύτερο μέρος του άρθρου θα παρατεθούν τα σημαντικότερα αποσπάσματα από το συγκεκριμένο δοκίμιο “Γιατί σοσιαλισμός” του μεγάλου Ανθρώπου κι Επιστήμονα, Άλμπερτ Αϊνστάιν. 

LinkWithin

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...